Δευτέρα πρωί και το Ζάλογγο άνοιξε ο Ινδός Καμίρ, ο βοηθός στο διπλανό κουρείο. Ο Καμίρ θα έμενε μέχρι το μεσημέρι δίδοντας επαρκές χρονικό περιθώριο στη Λίτσα να επιστρέψει απ’ το ΣΚ στην Πάφο με τον ακροδεξιό Σωτήρη Θράσου.

Είχε ζητήσει απ’ τον ελαμίτη να τη φέρει κατευθείαν στο φρενοκομείο για να κερδίσει χρόνο. Στον Ινδό είχε παραθέσει το πλάνο: θα παρέδιδαν το δωμάτιο στις έντεκα το πρωί και μέχρι τη μία το πολύ θα ήταν πίσω στον πάγκο της, έτοιμη να ψήσει καφέδες και σάντουιτς για τα ραμολιμέντα της Δεξιάς. Έλα όμως που ήταν περασμένες δύο και παρέμενε άφαντη με τον Καμίρ να δέχεται το μένος του αφεντικού του που τον περίμενε να μαζέψει τις πετσέτες και να σκουπίσει τις τρίχες που είχαν γίνει μικροί λόφοι στο πάτωμα.

Να πω εδώ ότι ο Καμίρ δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα στην εκτέλεση των καθηκόντων του στο Ζάλογγο. Οι θαμώνες τον ξέρουν απ’ τη γειτονιά, βοήθησε και το ότι έχει μάθει και δυο-τρία ελληνικά που λειαίνουν την επικοινωνία. Ο Λαυρεντιάδης έκανε τα πικρά γλυκά και τον αποδέχτηκε ως έκτακτο κυλικειάρχη βαφτίζοντάς τον «Καμιρίωνα» για να του προσδώσει μια αναγκαία υπό τις περιστάσεις ελληνικότητα.

Ο Καμιρίων λοιπόν τηλεφωνούσε τώρα πανικόβλητος στον πρόεδρο «μάνταμ Λίτσα ις νοτ χίαρ γιετ, σερ». Του ζήτησε να αναλάβει εκείνος την καντίνα γιατί ωρυόταν ο μπαρμπέρης που δεν λέει το ρο και είναι και πυρομανής. Αυτό όμως δεν είναι της παρούσης. Ο Λαυρεντιάδης θέλοντας και μη έσπευσε στο σωματείο.

Με το που πάτησε το πόδι του, δύο και είκοσι επτά μετά μεσημβρίαν, εμφανίστηκε και η Λίτσα με τη χειραποσκευή. «Καμίρ μου, χίλια συγγνώμη, έκλεισε η σήραγγα». Ο αλλοδαπός έδειξε κατανόηση χωρίς να ξέρει σε ποια ακριβώς σήραγγα αναφερόταν. Τον φίλησε σταυρωτά, τον ευχαρίστησε θερμά και του έβαλε στο χέρι ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ «να πιεις ένα ποτό στην υγειά μου».

Έπειτα πήγε στην κουζίνα για να αποφύγει τη συζήτηση με τον Λαυρεντιάδη. Η αλήθεια είναι ότι ο Καμίρ δεν της άφησε καμία εκκρεμότητα. Δεν υπήρχε παραγγελία προς εκτέλεση, ο πάγκος πεντακάθαρος και ο νεροχύτης άδειος. Έπρεπε να δικαιολογήσει την παρουσία της στα μετόπισθεν. Αποφάσισε, λοιπόν, ότι το ψυγείο με τα αναψυκτικά χρειαζόταν βαθύ καθαρισμό. Το έσβησε και άρχισε να αφαιρεί τα αλουμινένια κουτάκια των αναψυκτικών και τα μπουκάλια. Κατόπιν τα σκούπισε ένα-ένα σαν μια ακραία άσκηση εργασιοθεραπείας.

Ο Λαυρεντιάδης εκεί, αμετακίνητος. Θα μπορούσε βέβαια να τον εξαφανίσει κάνοντας ένα απλό σχόλιο «έχεις μια αστάθεια ή μου φαίνεται, Λουκά μου;». Δεν ήθελε όμως να τον πιλατεύει. Ήρθε μια παραγγελία, ο κύριος Κωστής, πρώην κάτι κι αυτός, ήθελε ένα τσάι με βιολογικό μέλι. Του έβαλε ένα φτηνό εισαγόμενο και έξω απ’ την πόρτα. Πίσω στο ψυγείο. Ο Λαυρεντιάδης βράχος, ούτε προς νερού του δεν πήγε ο άτιμος.

Σε μια ώρα είχε τελειώσει. Να έκανε και το άλλο ψυγείο με τα παγωτά παραήταν βαρύ για μια μέρα, έχει και η εργασιοθεραπεία τα όριά της. Είπε να σκουπίσει υποτυπωδώς το σωματείο. Ήρθε και μπροστά από μένα. Σταμάτησε και είδε το πρόσωπό της, έφτιαξε λίγο το μαλλί. Είδα τότε μια καθαρή λάμψη στο βλέμμα της, ένα κρυφό χαμόγελο που ήθελε να φανεί μα δίσταζε. Αν είχα φωνή θα της έλεγα να μην φοβάται τη χαρά.

Μια ζωή την προσμένουν οι άνθρωποι και όταν τους καταδεχτεί κωλώνουν. Συνέχισε στην άλλη πλευρά. Εκεί που είναι παραταγμένα τα πορτρέτα των μεγάλων ανδρών του ’21. Σταμάτησε και κοίταξε τους αγωνιστάς. Είναι ένας αγώνας η ζωή, ένας πόλεμος ατελεύτητος. Θέλει θάρρος. Δεν είχε νόημα να το αναβάλλει, έπρεπε να αντιμετωπίσει καταπρόσωπο τον Λαυρεντιάδη.

Άνοιξε τη χειραποσκευή πήρε ένα κουτί και του το παρέδωσε, «σου πήρα ένα σουβενίρ». Αυτός ο δόλιος επειδή δεν είχε τα γυαλιά του δυσκολευόταν να διαβάσει το περιτύλιγμα. Τον έβγαλε απ’ την αγωνία «είναι λουκούμια Γεροσκήπου». Την ευχαρίστησε θερμά «δεν έπρεπε να μπεις στα έξοδα», το μυαλό του μονίμως στα λεφτά. Εκείνη πίστεψε ότι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε, προσωρινώς έστω. Έπεσε πανηγυρικά έξω. «Δεσποινίς Λίτσα, με όλο το σέβας, και πατρικά ρωτάω, έγινε το επιθυμητόν;». «Το επιθυμητόν… έγινε σχεδόν, πρόεδρε».

Τι σημαίνει σχεδόν; «Πες, χάριν παραδείγματος, ότι θέλαμε να πάμε στην Πλατεία Τροόδους… Ε, εμείς πήγαμε μέχρι την Κακοπετρία». «Σχεδόν κατάλαβα» απάντησε ο γηραιός θεολόγος, αντιλαμβανόμενος πως δεν τον έπαιρνε να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις. Για την ώρα πάντα.   

Ελεύθερα, 14.06.2026