Η επισκόπηση της βιβλιογραφίας τεκμηριώνει την σχέση ανάμεσα στην κοινωνική ανθρωπολογία, την ιστορία και τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά, οι Perera και Nath Pathak έχουν αναδείξει την δυνατότητα κατανόησης της κοινωνίας, της πολιτικής και των συλλογικών νοοτροπιών μέσα από την μελέτη των έργων τέχνης σε αντιπαραβολή με την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία και τις ιστορικές πηγές (βιογραφίες, απομνημονεύματα). Ιδιαίτερα η σύνδεση της ανθρωπολογίας με την πολιτική έκφραση αναφέρεται ως κλάδος της κοινωνικής ανθρωπολογίας (visual anthropology).

Μέσα σε αυτό το μεθοδολογικό πλαίσιο κινείται η προτεινόμενη έρευνα με εστίαση στο έργο της τουρκοκυπριακής καταγωγής Βρετανής εικαστικού Tracey Emin. Η νεότερη ιστορία της Κύπρου περιστρέφεται γύρω από τα επεισόδια συγκρούσεων ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική κοινότητα του νησιού. Οι τριβές ανάμεσα στις δύο ομάδες κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 προκάλεσαν ένα βαθύ και ανεπούλωτο μέχρι σήμερα τραύμα. Αυτό το τραύμα φαίνεται να αντανακλάται συγκαλυμμένα σε μια άκρως αυτοαναφορική εικαστική γλώσσα από την Tracey Emin.

Καταξιωμένη σήμερα όσο λίγοι καλλιτέχνες, η Dame Tracey Emin έζησε συσσωρευμένες αντιξοότητες που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει. Γεννημένη στο Λονδίνο από Τουρκοκύπριο μετανάστη πατέρα και Βρετανή μητέρα, βίωσε την κακοποίηση, την εγκατάλειψη και την γονεϊκή απόρριψη από τα παιδικά της χρόνια.

Η Κύπρος μοιάζει να τη στοιχειώνει, αφού αυτή αποτυπώνει τα αντιφατικά συναισθήματα εξάρτησης και οργής που τρέφει η Emin για τον Τουρκοκύπριο πατέρα της. Αν και το έργο της εξωτερικεύει προσωπικά βιώματα και ερωτικά αδιέξοδα, η ερμηνεία του δεν περιορίζεται σε μια ατομική ανάγκη αυτοέκφρασης, αλλά κωδικοποιεί συλλογικά βιώματα που παραπέμπουν στην ιστορία της Κύπρου από το 1960 μέχρι σήμερα.

Η Emin έχει επισκεφθεί πολλές φορές την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο με τον πατέρα της (ο οποίος κατά την ίδια μιλά καλύτερα τα ελληνικά παρά τα τουρκικά) και μόνο μία φορά τις ελεγχόμενες από την κυπριακή κυβέρνηση ελεύθερες περιοχές. Θεωρεί πως όταν ο πατέρας της φύγει από τη ζωή τότε θα κλείσει μέσα της και το ανοικτό τραύμα που ονομάζεται «Κύπρος».

Η κορυφαία εικαστικός αν και Τουρκοκύπρια -κατά το ήμισυ- έχει αναπτύξει μια ιδιότυπη εθνική συνείδηση, πέρα και πάνω από την οποιαδήποτε πολιτική προπαγάνδα. Αν ο πατέρας της αντιπροσωπεύει μέσα της την τουρκοκυπριακή κοινότητα, τότε σίγουρα βρίσκεται σε μια εσωτερική πάλη αφενός να γίνει αποδεκτή ως μέλος αυτής της κοινότητας και αφετέρου να δικαιωθεί ως θύμα της κακοποιητικής συμπεριφοράς αυτής της κοινότητας. Έτσι, το έργο της Emin δεν επιτίθεται εναντίον των Ελληνοκυπρίων, ούτε και ενδιαφέρεται να καταλογίσει ευθύνες. Αντίθετα, επικεντρώνεται στα καταστροφικά αποτελέσματα της σύγκρουσης, χωρίς να εκθέτει τους λόγους που προκάλεσαν τη ρήξη.

Η σύγκρουση καταλήγει σε ένα άλυτο πρόβλημα. Κι όπως χαρακτηριστικά γράφει η ίδια: «Κάθε φορά που σκέφτομαι την Κύπρο, πάντα ανακαλώ το νησί ως ένα παράδειγμα μιας άλυτης διαφωνίας. Τόσο μεγάλη θλίψη και πικρία άφησε το παρελθόν, ώστε με το πέρασμα του χρόνου το χάσμα πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις με αποτέλεσμα η εκ νέου οικοδόμηση ενός κοινού μέλλοντος να καθίσταται αδύνατη». Έτσι, και οι δύο κοινότητες στην Κύπρο μοιάζουν να παλεύουν με ένα στοιχειωμένο παρελθόν, ακριβώς όπως και η Tracey Emin.