Νεφέλες του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή.
Μετά από μια ολιγόχρονη αλλά αισθητή αραίωση, φαίνεται ότι ο Αριστοφάνης επανακάμπτει στις επαγγελματικές σκηνές δυναμικά, ανανεωτικά και ορεξάτα. Για να αποδείξει όχι μόνο ότι η μικρή εκείνη «υποχώρηση» ήταν συγκυριακή, αλλά κι ότι στην ουσία του παραμένει ο πιο τραγικός από τους αρχαίους ποιητές- τουλάχιστον ο πιο τραγικά επίκαιρος. Οι δε Νεφέλες, ειδικά, θεωρούνται κιόλας το πιο κοντινό στην τραγωδία, το πιο μελαγχολικό από τα σωζόμενα έργα του: αινιγματικό αν όχι ερεβώδες, διλημματικό αν όχι ερινυώδες. Εντούτοις, το γεγονός ότι είναι ένα κείμενο δύσβατο, αντί να πτοεί, φαίνεται ότι μάλλον γοητεύει και ελκύει τους σκηνοθέτες, έμπειρους και ολιγόπειρους.
Ο Μάριος Κακουλλής είναι ένας σκηνοθέτης νέος σε ηλικία, αλλά όχι πρωτόβγαλτος. Η πρώτη του σκηνοθεσία καταγράφεται το μακρινό πια 2015. Βρίσκεται σ’ εκείνο το στάδιο της πορείας του που, έχοντας ολοκληρώσει σχετικά πρόσφατα τις εξειδικευμένες σπουδές του, ρουφάει, παρατηρεί, μαθαίνει, οργανώνει κι ενίοτε δοκιμάζεται σε μικρά ή μεγάλα πρότζεκτ. Όμως, δεν πανικοβλήθηκε από την πρόταση του Θεάτρου Αντίλογος ν’ αναμετρηθεί με την αττική κωμωδία, παρά το γεγονός ότι μια μάλλον φυσιολογική αμηχανία είναι φανερή σε αρκετά σημεία αυτής της πρότασης.
Είχε πάντως την προνοητικότητα να επενδύσει σε μια ομαδική προσέγγιση, ως προς τη σκηνοθετική και δραματουργική γραμμή, γεγονός που θα μπορούσε να του στοιχίσει αν δεν είχε άξιους και συνεννοήσιμους συνοδοιπόρους. Από τα επί σκηνής κατατεθέντα, είναι μάλλον φανερό ότι ακούει προσεκτικά τους συντέχνους του και ρίχνει το βάρος στην ομαδικότητα, παρά στη συνεκτικότητα του αποτελέσματος.
Το αποτέλεσμα είναι μια πρόταση από αισθητικής απόψεως νεωτερίζει, αλλά όχι αχαλίνωτα. Προσπαθεί να βρει τη θέση της με βάση μια διδασκαλία φρέσκια, η οποία δεν διστάζει να ανατρέξει σε τελεσφόρα αναμορφωτικά στοιχεία που έπιασαν τόπο στην πρόσφατη αριστοφανική παραστασιολογία. Βέβαια, όταν εκτός από ταλέντο, επιθυμία και όρεξη για δουλειά, υπάρχει καλό κλίμα και ομαδικό πνεύμα στις πρόβες, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ατού σε μια καλοκαιρινών διαθέσεων και προσδοκιών πρόταση. Ο θεατής θα το εισπράξει και θα είναι έτοιμος να συγχωρήσει μικρές ή μεγαλύτερες παραφωνίες και αμφιταλαντεύσεις. Η αλήθεια είναι ότι η παραγωγή αυτή των Νεφελών είναι τόσο χαριτωμένη και δεμένη, που ακόμη και τυχόν τεχνικές ή άλλες αναποδιές μοιάζουν σχεδόν με οργανικό μέρος της. Αν, για παράδειγμα, η μηχανή ομίχλης ξεκινήσει να λειτουργεί σε άσχετη φάση. Νεφέλες είναι, εξάλλου. Λίγη «θολούρα» παραπάνω επιτρέπεται.
Είναι κι ο χώρος τέτοιος εκεί στο ανοιχτό αμφιθεατράκι στα κεντρικά κτήρια του Πανεπιστημίου Κύπρου που προσφέρεται για αμεσότερη σχέση με το κοινό. Έτσι, διαμορφώνεται ένα κλίμα που σχεδόν… ντρέπεσαι να μην απολαύσεις το αποτέλεσμα. Ακόμη και το γεμάτο φεγγάρι, δυο μέρες πριν την Πανσέληνο της Φράουλας, γίνεται αβίαστα –αν όχι επιβεβλημένα- κύριο μέρος της εξίσωσης. Αυτός ο παρεΐστικος, νεανικός αέρας αναδείκνυε πολύ την αμφιθυμία της αισθητικής της πρότασης, καθώς ενίοτε την έκανε να μοιάζει χειροποίητη, σπιτική κι ενίοτε υπερφιλόδοξη. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν πιο τραχύ και πιο σφιχτό από όσο στόχευε και η γεύση στο τέλος ότι κλείνει κάπως απότομα και με μέτωπα ανοιχτά ήταν πιο έντονη απ’ όσο θα έπρεπε.
Στα πολύ θετικά της παράστασης είναι η σπιρτάδα στις επιμέρους λύσεις, αλλά και η αξιοποίηση του στοιχείου της παράβασης για καίριες παρεκβατικές εξομολογήσεις των ηθοποιών, με οξύ και τραγικό ύφος, με προσωπικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Οι αυτόκλητοι νεφεληγερέτες, ούτως ή άλλως, έμπαιναν κι έβγαιναν στον Χορό επιβεβαιώνοντας τον ισοζυγισμένο επιμερισμό των ρόλων: όλοι για έναν κι ένας για όλους.
Ως προέκταση, προέκυψε μια πολιτικο-υπαρξιακή αναμέτρηση των ηρώων, των ερμηνευτών και εν τέλει των θεατών με άλλες εκδοχές του εαυτού τους. Η γραμμή της πρότασης επιδίωξε να θολώσει ακόμη περισσότερο τα όρια ανάμεσα στον Δίκαιο και τον Άδικο Λόγο, διατηρώντας την ίδια επιφύλαξη απέναντι στην περισπούδαστη αυθεντία της λογικής και την ψυχρή δεσποτεία της σοφιστείας.
Το γεγονός ότι αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη και την ομάδα δεν είναι το γράμμα, αλλά το πνεύμα του Αριστοφάνη φαίνεται και στη διαχείριση της μετάφρασης του Φώτη Φωτίου. Είναι μια μεταφορά στην κυπριακή καθομιλουμένη, μακριά από λογιότητες, αν και σε κάποια σημεία κομματάκι «αναποφάσιστη». Η ροή της κωμικότητας προωθείται από τα κανάλια της πλοκής, καθώς οι ηθοποιοί δεν δίνουν βάση σε μια απελευθερωτική, λογαοιδική ευφράδεια που θα κλείσει το μάτι της εξοικείωσης και της φυσικότητας στον θεατή. Αντίθετα, δεν φοβούνται να παρασυρθούν ακόμη σε χασμωδίες, αναζητώντας την αρτιότητα αυτών που υπονοούνται κι όχι αυτών που εκφέρονται.
Έλειπαν επίσης κάποιες πιο ευθείες λαϊκές πινελιές, με το γιορτινό πνεύμα να προκύπτει από τη σχολαστικότητα της κινησιολογίας και την αρτιμέλεια της μουσικής επένδυσης. Ένα μικρό αισθητικό και υφολογικό χάσμα είναι διακριτό στα δικά μου μάτια ανάμεσα στην προσέγγιση του σκηνικού της Έλενας Τερέπεη και των κοστουμιών της Ρέας Ολυμπίου.
Το κυρτό στο πίσω μέρος του σκηνικό τοποθετήθηκε στην ορχήστρα του μικρού θεάτρου σαν αρχιτεκτονική εγκατάσταση, με σκοπό να διευρύνει την προοπτική του χώρου, με τον οποίο όμως συνομιλεί περισσότερο απ’ όσο με τους ηθοποιούς.
Τα επιτηδευμένα ανομοιόμορφα κοστούμια εκμπέμπουν μια ξέφρενη θεατρικότητα κι έχουν ως κοινό στοιχείο απρόσμενες, ανάλαφρες, ενίοτε ψυχεδελικές ή και σκαμπρόζικες ποπ αναφορές, μέσα στην πολύχρωμη ποικιλία τους. Ενδεικτικά, ο φαλακρός αντι-Σωκράτης του Δημήτρη Αντωνίου εισάγει τα καινά δαιμόνια φορώντας ροζ πουκάμισο, φαρδύ γκρίζο παντελόνι και κόκκινα γάντια πάνω από τον αγκώνα.
Η παράταιρη πληθωρικότητα της πρότασης, πάντως, κάθε άλλο παρά παρακωλύει τον πολιτικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό προβληματισμό του έργου.
Ελεύθερα, 11.6.2023