Κυριακή Στυλιανού, «Τον Ιούλιο πιο προσεκτικά», εκδόσεις Αλμύρα, 2024.
Πιστεύω πως η Κυριακή Στυλιανού, από το πρώτο ποιητικό της βιβλίο, έδωσε επαρκή ποιητικά διαπιστευτήρια. Δεν διαχωρίζει το αισθητικό της credo από το ιδεολογικοπολιτικό. Και το διακηρύττει από τα πρώτα ποιήματα στη συλλογή της. Θεωρεί ότι η ιδεολογική της ταυτότητα εμπεριέχει ιδέες που ενοχλούν. Ιδέες που ανατρέπουν, εκτρέπουν, αποτρέπουν – ενίοτε και προτρέπουν – μα στο τέλος διαπρέπουν στις συνειδήσεις των ανθρώπων: «Οι ιδέες μας είναι βράχοι / ολισθαίνουν / μια νύχτα καταιγίδας που θύμωσε η γη / και φράζουν τις ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους / προς τα τυραννικά σας κάστρα». (σελ. 10)
Γενικά, σε όλη τη συλλογή, η Κ.Σ. στηλιτεύει την υποκρισία και την πόζα, τους θεατρινισμούς της δημόσιας ζωής. Στήνει στο εδώλιο του κατηγορουμένου την εντυπωσιοθηρία, τη χρησιμοθηρία, ποιητών, πολιτικών ταγών, εκκλησιαστικών ηγετών, ακόμη και επαγγελματιών επαναστατών.
Η Κ.Σ. φιλοδοξεί να γράψει αντισυμβατική ποίηση, πέρα από κανονιστικές διατάξεις και πρωτόκολλα ευπρέπειας και καθωσπρεπισμού. Γι’ αυτό και συχνά υμνεί την αυθεντικότητα και την παράδοση, απέναντι στις προκάτ λύσεις, τις εύκολες, μαζικές, ετοιμοπαράδοτες συνταγές. Η κριτική της φτάνει κάποτε στα όρια της χλεύης, της διαπόμπευσης. Ειδικά όταν αναφέρεται στους αντικατοχικούς θεατρινισμούς που βιώνουμε συνεχώς.
Στοιχεία ποιητικής διατρέχουν όλο το βιβλίο. Αλλού είναι περισσότερο κι αλλού λιγότερο ευδιάκριτα. Ιδού ένα ενδεικτικό παράδειγμα ποιητολογικών στίχων που κινείται στο ίδιο θεματικό μοτίβο με όλη τη συλλογή. Δηλαδή, κατά της υποκρισίας, της πόζας, της επιτήδευσης και της επιδειξιομανίας. Εδώ, στην ουσία, η ποιήτρια καταφέρεται και κατά της ηχηρής κενότητας: «Πόσες λέξεις είπαμε / απλώς για να ακούσουμε τον εαυτό μας να μιλά / Φωνήεντα χωρίς φωνή / Σύμφωνα χωρίς συμφωνητικό… / …Πόσες φορές απατήσαμε την ετυμολογία των λέξεων / Χρειάζεται δρόμος για να γραφτεί το λεξικό της σιωπής». (σελ. 18)
Το ίδιο θεματικό μοτίβο, με το ίδιο υφολογικό στυλ, αλλά και με την ίδια ειρωνική διάθεση, επαναλαμβάνεται συχνά. Να τι λέει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Ποιήματα της εισβολής»: «Σας απήγγειλαν σε εορτές / χείλη μαθητών ανέμελων / στόματα πολυλογάδων / σημαιοστολισμένων (για την περίσταση) καθηγητών / γραβάτες κοστουμαρισμένων πολιτικών… / … Όλο ποιητές και ποιήματα ποιεί τούτο το νησί / Για να παραμυθιαστεί ο πόνος / Μέχρι που θα ελαφρύνει το χώμα που θα τα σκεπάσει». (σελ. 21)
Στο κλισιοσκόπιο της ποιήτριας παραμένει αδιαλείπτως το κυνηγητό των εντυπώσεων και της εικόνας. Η Κ.Σ. θεματοποιεί συνεχώς την οπτική και ηχητική ρύπανση της κενής και εντυπωσιοθηρικής ρητορείας: «Εμάς που δεν πιστεύουμε στις παρελάσεις / Βάλτε μας στη γραμμή τελευταία σειρά… / …Εμείς που δεν πιστεύουμε στις παρελάσεις / Άρρυθμοι άπιστοι απαρατήρητοι / Άδοξοι / ανάμεσα σε τόσους δοξασμένους / της πρώτης γραμμής / σε τόσο μεγάλα πανηγύρια». (σελ. 25)
Η ειρωνική διάσταση ενός ποιήματος πιστεύω ότι πάντα ενισχύει την αισθητική του στάθμη. Είναι καλός αγωγός, είναι αρωγός για μια καίρια ποιητική πραγμάτωση. Γενικά, η χλεύη, η διαπόμπευση, όταν επιτευχθούν με αισθητική επάρκεια, υπηρετούν την ποίηση τα μέγιστα: «Να μιλάτε για τη συνταγή της μαμάς / Να μιλάτε για γήπεδο / Ήταν ή δεν ήταν οφσαϊντ ο παίχτης / Να μιλάτε για λάϊτ πράγματα / Ιδέες χαμηλών λιπαρών». (σελ. 28)
Η ποίηση της Κ.Σ. είναι εύληπτη, μονοσήμαντη, ευκρινής, χωρίς δύσβατες αμφισημίες ή πολυσημίες, χωρίς δυσνόητες αλληγορίες, μεταφορές και παρομοιώσεις. Πρόκειται για ποίηση διαυγή, ευθύβολη και στοχευμένη, κυρίως ιδεολογικοπολιτικά, μα και ευρύτερα, κοινωνικά, αλτρουιστικά, ουμανιστικά και αλληλέγγυα.
Θα ήθελα να κάμω και κάποιες στιλιστικές επισημάνσεις. Συχνά, στους ελεύθερους στίχους της Κ.Σ. παρεισφρέουν αβίαστες ομοιοκαταληξίες, σποραδικά, ενίοτε και υποσυνείδητα. Αυτό δεικνύει πόσο εμπεδωμένο μέσα της είναι το μέτρο. Κι είναι κάτι πολύ καλό. Διότι η μουσικότητα στην ποίηση είναι πάντα ευπρόσδεκτη και προστιθέμενη αισθητική αξία, είτε πρόκειται για μουσικότητα «εξωτερική», είτε πρόκειται για μουσικότητα «εσωτερική».
Ωστόσο, οφείλω έντιμα να σημειώσω πως τα έξι ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή και είναι εξολοκλήρου ομοιοκατάληκτα, είναι αισθητικά υποδεέστερα από όλα τα υπόλοιπα. Το μέτρο οδηγεί κάποτε σε αισθητικές, υφολογικές και νοηματικές, εκπτώσεις, χάριν της ρίμας. Η ομοιοκαταληξία, όταν προκύπτει αβίαστα, είναι ευπρόσδεκτη. Όταν σκοπείται βασανιστικά, κάποτε προδίδεται από το αποτέλεσμα.
Να πω ακόμη ότι η ποιήτρια έχει αναλυτική σκέψη. Γι’ αυτό οι στίχοι της χαρακτηρίζονται από έντονη περιγραφικότητα – αφηγηματικότητα. Ιδεατό θα ήταν να υπήρχε μεγαλύτερη συμπύκνωση, αφαιρετικότητα και λακωνικότητα. Η ποίηση δεν είναι μόνο τα όσα λέει αλλά και τα όσα υπαινίσσεται, εξάπτοντας ακόμα παραπάνω τη φαντασία και τη δημιουργική σκέψη του αναγνώστη.
Κλείνοντας τον κύκλο των παρατηρήσεων, θέλω να πω ότι σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις ο λόγος της ποιήτριας γίνεται σχηματικός και στερεότυπος, με φράσεις και εκφράσεις κλισέ, τετριμμένες μέσα στην καθημερινή φθορά. Φρονώ ότι αυτές οι διατυπώσεις πρέπει να αποφεύγονται παντελώς. Δεν συμβάλουν στην επίτευξη επαρκούς αισθητικού αποτελέσματος.
Θέλω να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με ακόμα μια από τις πολλές καλές στιγμές του καλοδεχούμενου πρώτου ποιητικού βιβλίου της Κ.Σ. Πρόκειται για ακόμα ένα ποίημα – ψόγο στην υποκρισία, την πόζα, τους θεατρινισμούς και το θεαθήναι. Εικόνες γνώριμες αλλά δοσμένες με καυστικότητα, εκφραστική ευκρίνεια και ευστοχία: «Η γραβάτα σφιχτή – πνικτή – στο λαιμό / Καλοσιδερωμένο πουκάμισο θαλασσί / καλοσιδερωμένη συγκίνηση / Έσφιγγε το στεφάνι να μην πέσει / Κρατούσε το βήμα σταθερό να μην πέσει / την ώρα που κατευθυνόταν στο μνημείο των πεσόντων». (σελ. 54)
g.frangos@cytanet.com.cy