«The Devil Wears Prada 2», σε σκηνοθεσία David Frankel.
Είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, η Miranda Priestly (Meryl Streep) βρίσκεται αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο εφιάλτη της: την ψηφιακή εποχή και την παρακμή των έντυπων περιοδικών.
Το «Runway» πνέει τα λοίσθια με ένα σκάνδαλο να του δίνει τη χαριστική βολή και η επιβίωσή του εξαρτάται από τον διαφημιστικό προϋπολογισμό ενός πανίσχυρου ομίλου πολυτελείας, στο τιμόνι του οποίου βρίσκεται η παλιά γνώριμη -και πλέον σιδηρά κυρία της μόδας- Emily Charlton (Emily Blunt). Στη μέση βρίσκεται και πάλι η Andy Sachs (Anne Hathaway), που επιστρέφει στο περιοδικό ως features editor, για να σώσει την τιμή και την υπόληψή του, διαπιστώνοντας πως στον κόσμο των influencers και του TikTok, οι κανόνες έχουν αλλάξει, όμως η Miranda παραμένει η ίδια.
«The Devil Wears Prada 2», λοιπόν, ακριβώς 20 χρόνια μετά το original. Έπρεπε; Μάλλον όχι. Το θέλαμε; Σίγουρα! Ένα από τα καλύτερα sequels που είδαμε τελευταία, αποδεικνύει ότι το chic δεν πεθαίνει ποτέ, ακόμα κι αν ανακυκλώνεται, και ότι ο κυνισμός παραμένει το πιο διαχρονικό αξεσουάρ.
Η ταινία πετυχαίνει να αποτυπώσει με μια δόση κυνισμού και μελαγχολίας τον αργό θάνατο των glossies. Η Miranda Priestly αντιπροσωπεύει την εποχή των gatekeepers -των ανθρώπων, δηλαδή, που αποφάσιζαν τι είναι ωραίο- και η οποία τώρα έρχεται αντιμέτωπη με έναν κόσμο όπου το γούστο καθορίζεται από αλγόριθμους και influencers που μετρούν την αξία τους σε likes και όχι σε γνώση.
Η σύγκρουση είναι σχεδόν τραγική: Η Miranda αρνείται να δεχτεί ότι η μόδα πλέον δεν είναι τέχνη αλλά content και ότι πλέον περάσαμε από την επιμέλεια στην κατανάλωση. Η Miranda πετάει το παλτό της σε μια βοηθό (Simone Ashley) που τη διορθώνει για το heteronormative λεξιλόγιό της, ενώ σε μια σκηνή ο Nigel (Stanley Tucci) εξηγεί πώς το κοινό πλέον καταναλώνει το περιοδικό σαν fast food.
Το nostalgia factor είναι έκδηλο, όμως στ’ αλήθεια τι να περιμένει κανείς από μια συνέχεια που απέχει μια εικοσαετία από το πρωτότυπο; Φυσικά και ποντάρουν στη νοσταλγία και πολύ καλά κάνουν. Αυτή έφερε τις διθυραμβικές κριτικές και τον κόσμο μαζικά στις αίθουσες. Λειτουργεί λυτρωτικά και αποτελεσματικά, αφήνοντας χώρο για το καινούργιο, που όμως παρουσιάζεται ως ο βασικός «κακός» της πλοκής.

Κι εδώ, ίσως, απαντάται το μοναδικό μειονέκτημα του sequel: Ο διδακτισμός. Το παραδοσιακό είναι ιερή αγελάδα που δεν πρέπει να αλλάξει ή προσαρμοστεί, το καινούργιο είναι ο πραγματικός Διάβολος (που φοράει ό,τι να ‘ναι) και η τεχνολογία είναι το εργαλείο καταστροφής του αυθεντικού και της παράδοσης. Χμμ, δεν είναι ακριβώς έτσι αλλά ας μην ξεχνάμε πως η ταινία φτιάχτηκε από boomers και Gen X-ers και απευθύνεται κυρίως σ’ αυτούς.
Οι ερμηνείες είναι, φυσικά, ο βασικός λόγος για να πληρώσεις το εισιτήριο, η χημεία της τριάδας Streep-Hathaway-Blunt είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η Streep δεν έχει χάσει ούτε ένα χιλιοστό από το φαρμακερό της βλέμμα, αν και αυτή τη φορά ήρθε η σειρά της Emily Blunt να κλέψει την παράσταση ως η νέα, αδίστακτη δύναμη του χώρου και ανερχόμενη ανταγωνίστρια. Αντίθετα, η Hathaway μπορεί να προσδίδει μεν μια ωριμότητα στην Andy, όμως μοιάζει μερικές φορές υπερβολικά αφελής για μια γυναίκα με τη δική της εμπειρία.
Αφήστε που το ρομαντικό subplot με τον Patrick Brammall, μοιάζει σαν να πήγαμε ξαφνικά απ’ τον Dior στο Shein. Ο Stanley Tucci είναι για άλλη μια φορά ο MVP, δίνοντας μια ειλικρινή, σχεδόν τραγική διάσταση στον Nigel, ο οποίος βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Απόλαυση η Lady Gaga, που όχι μόνο κάνει ένα cameo-έκπληξη, αλλά υπογράφει και δύο τραγουδάρες, «Runway» σε συνεργασία με την Doechii και «Shape of a Woman».
Στο τεχνικό κομμάτι, η παραγωγή είναι ο ορισμός του eye candy και φυσικά δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο. Τα κοστούμια (χωρίς την Patricia Field αυτή τη φορά, αλλά με την κληρονομιά της ζωντανή) είναι εξωφρενικά, ενώ η σκηνοθεσία του David Frankel διατηρεί τον σπιρτόζο, γρήγορο ρυθμό που κάνει τις δύο ώρες να κυλούν σαν ξεφύλλισμα περιοδικού (αν θυμάστε πώς είναι κάτι τέτοιο).
Ας το παραδεχτούμε: το «The Devil Wears Prada 2» είναι ο ορισμός της ένοχης απόλαυσης, το sequel που βλέποντάς το συνειδητοποιείς πόσο πραγματικά το ήθελες και το χρειαζόσουν. Μια έξυπνη, στυλάτη και απόλυτα feel-good επιστροφή, που καταφέρνει να μιλήσει για το σήμερα, χωρίς να προδίδει το παρελθόν της.
- INFO Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους RIO CINEMAS και K CINEPLEX. Διάρκεια: 119’