Ακαδημαϊκός, ιστορικός, συγγραφέας, ιδρυτής του Σπιτιού της Κύπρου στην Αθήνα, ο Γιώργος Γεωργής, έχει να παρουσιάσει ένα πλούσιο ερευνητικό έργο για τον Γιώργο Σεφέρη και τη σύνδεσή του με την Κύπρο.
Λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου, μιλάει για τη διπλωματία του πολιτισμού, για την ιδεολογική χρήση της ιστορίας μας και για τη φτώχεια που υπάρχει σε πρότυπα στην εποχή μας.
–Έχετε ένα καινούριο βιβλίο στα σκαριά για τον Γιώργο Σεφέρη. Τι νέο έρχεται να αναδείξει αυτή η έκδοση; Το βιβλίο έχει τίτλο «Ο διπλωμάτης Γεώργιος Στυλιανού Σεφεριάδης» και εστιάζει στον ρόλο του ως πολιτικού και αφορά ιδιαίτερα τη θητεία του ως διπλωμάτη στην Κύπρο. Να αναφέρω ότι έχω ολοκληρώσει άλλο ένα βιβλίο με τίτλο «Η Αμμόχωστος του Γιώργου Σεφέρη» το οποίο αφορά τη σχέση του με την πόλη και έχουν προηγηθεί αρκετά βιβλία τα οποία έχω γράψει για τον Γιώργο Σεφέρη.
-Γιατί αυτή η σύνδεση με τον Σεφέρη; Το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε στην Αθήνα, όταν πρωτοπήγα να δουλέψω ως μορφωτικός ακόλουθος και ο Παναγιώτης Μέρμηγκας μου ζήτησε να συμβάλω, γράφοντας τις παραπομπές για την Κύπρο, στο βιβλίο του για τον Σεφέρη. Εκεί γνώρισα τη σχέση του με την Κύπρο και θέλοντας να εμβαθύνω συνέχισα την έρευνά μου, εκδίδοντας το 1991 το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Ο Σεφέρης περί των κατά τη χώραν Κύπρων σκαιών». Έκτοτε ακολούθησε μια συστηματική δουλειά, πιο πολύ για τον πολιτικό και διπλωμάτη Σεφέρη.
-Ποια υπήρξε ευρύτερα η σύνδεσή του με την Κύπρο; Ο Σεφέρης αγαπούσε με πάθος την Κύπρο. Αν παρακολουθήσει κανείς όλη του την πορεία, διαπιστώνει ότι ανησυχούσε βαθιά. Ακόμη και η δήλωσή του για την καταδίκη της δικτατορίας στην Ελλάδα, ήταν δήλωση για την Κύπρο. Αν συνεχιστεί αυτό το καθεστώς, έγραφε, παραμονεύει μία τραγωδία. Όταν υπηρετούσε στην Άγκυρα ήταν ο πρώτος που επισήμανε, από το 1950, την άνοδο του τουρκικού εθνικισμού και προειδοποιούσε για τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, αλλά κανείς δεν τον έλαβε υπόψη. Ο Σεφέρης ήταν ένας διορατικός άνθρωπος, τον οποίο γνώρισα κι εγώ μέσα από την έρευνά μου, μαθαίνοντας πολλά και για την εμπλοκή του στο Κυπριακό την περίοδο που λαμβάνονταν οι αποφάσεις για τη Ζυρίχη.
-Ποιος ήταν ο ρόλος του σε εκείνη την περίοδο; Υπάρχει μια διαστρεβλωμένη ιστορία για τα γεγονότα, την οποία καλλιέργησε ο Ευάγγελος Αβέρωφ με τους διπλωμάτες που είχε γύρω του. Ο Γιώργος Σεφέρης, που ήταν ο κατεξοχήν γνώστης του Κυπριακού, αποκλείστηκε από τις διαδικασίες. Η Συνθήκη της Ζυρίχης προτάθηκε από τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, Φατίν Ζορλού και ο Σεφέρης, όταν τη διάβασε, διαφώνησε έντονα. Τον Δεκέμβρη του 1958 έστειλε επιστολή στον Αβέρωφ λέγοντας ευθαρσώς ότι αν αυτό το σχέδιο γίνει αποδεκτό μια μέρα η Τουρκία θα εισβάλει στην Κύπρο. Κι ο Αβέρωφ του απάντησε «ομιλείτε περί ανύπαρκτων υποθέσεων». Φυσικά, η πορεία των γεγονότων δικαίωσε τον Σεφέρη. Σε όλη του τη ζωή η έγνοια του ήταν η Κύπρος.
–Θεωρείτε ότι η σημερινή εποχή μπορεί να αναδείξει προσωπικότητες όπως αυτή του Σεφέρη; Έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Θα έλεγα, όμως, ότι οι μεγάλες προσωπικότητες αναδεικνύονται μέσα από μεγάλες κρίσεις. Βάζουν την σφραγίδα τους σε εποχές κρίσης. Ο Σεφέρης έβαλε τη σφραγίδα του στην εποχή του κι αυτό επιβεβαιώνεται όσο περνάει ο καιρός.
–Ποια είναι η σχέση μας με την ιστορία; Τη χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε πράγματα ή σαν εργαλείο για να επιβεβαιώσουμε τις θέσεις μας; Στην Κύπρο γίνεται ιδεολογική χρήση της ιστορίας. Οι νέες και οι νέοι εξακολουθούν να κληρονομούν το κόμμα από την οικογένειά τους. Αυτό που απουσιάζει -και είναι το μεγάλο ζητούμενο- είναι να αναδειχθούν πολίτες που να έχουν έναν ελεύθερο διάλογο με την ιστορία. Στους φοιτητές μου έλεγα πάντα ότι πρέπει να μάθουν να παίζουν γροθιές με τον εαυτό τους. Να αμφισβητούν όσα έχουν μάθει για να ανακαλύψουν την αλήθεια. Είναι λυπηρό να βλέπεις παιδιά 20 χρονών να τσακώνονται για τον Γρίβα και τον Μακάριο.
–Γιατί συμβαίνει αυτό, αποκαλύπτει κάποια έλλειψη; Ναι, δεν έχουμε καινούργια πρότυπα. Χρειαζόμαστε περισσότερη ευθυκρισία και πολιτικό πολιτισμό. Κάθε τόσο ανοίγει το θέμα της αναθεώρησης των βιβλίων της ιστορίας στα σχολεία και κάθε φορά καταλήγει σ’ έναν καυγά μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ. Κι έτσι δυστυχώς πνίγεται το θέμα σε μια ιδεολογική διαμάχη και δεν αλλάζει τίποτα.
–Πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει αναθεώρηση των βιβλίων της ιστορίας; Βεβαίως πρέπει να γίνει. Τα βιβλία της ιστορίας πρέπει να αναθεωρούνται συχνά, διότι η ιστορική έρευνα προχωρά και εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία. Η ιστορία πρέπει να αναθεωρείται βάσει επιστημονικών πορισμάτων, όχι κομματικών συμφερόντων. Ποιος τολμά να κάνει κάτι τέτοιο;
–Ο τρόπος που διδάσκεται η ιστορία δεν είναι επίσης ένα ζήτημα; Είναι, βέβαια, γιατί ο τρόπος που διδάσκεται η ιστορία την κάνει απεχθή στα παιδιά. Πρέπει να αποστηθίσουν όλη την ύλη για να δώσουν εξετάσεις και μετά ξεχνούν τα πάντα. Πώς να μην τη μισήσουν; Οι νέοι θα έπρεπε να ενθαρρύνονται στον προβληματισμό, να μάθουν να ψάχνουν πριν τοποθετηθούν. Κι αυτό το βλέπεις όταν βρεθεί ένας χαρισματικός δάσκαλος που θα μπορέσει να εμπνεύσει τα παιδιά και να τους μεταδώσει την αγάπη του για το μάθημα.
–Ο πολιτισμός είναι υποτιμημένο εργαλείο στη διπλωματία; Ο πολιτισμός είναι υποτιμημένος γενικώς. Ως διπλωματικό εργαλείο μπορεί να συμβάλει στην επικοινωνία των λαών και να εξαλείψει τις αντιπαλότητες. Στη δεκαετία του 1980 υπήρξε ένα σχετικό αίτημα ανάπτυξης της πολιτιστικής διπλωματίας. Η Κύπρος, με κάποιους πρωτοπόρους, στήριξε και εφάρμοσε αυτή την ιδέα. Ο Σπύρος Κυπριανού, που ήταν τότε πρόεδρος, είδε θετικά το εγχείρημα κι έτσι γεννήθηκε το Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Μετά την εισβολή, οι Κύπριοι περνούσαμε μία κρίση ταυτότητας, αλλά και οι σχέσεις Κύπρου-Ελλάδας διέρχονταν μια κρίση, λόγω του τραύματος της εισβολής. Γι’ αυτό είχαμε δει την ανάγκη να δημιουργηθεί αυτή η γέφυρα.
–Να πούμε ότι το Σπίτι της Κύπρου ήταν μια δική σας ιδέα. Ναι, ήμουν μορφωτικός ακόλουθος της Κύπρου στην Ελλάδα από το 1982. Το πρότυπο για την ίδρυση του Σπιτιού της Κύπρου, ήταν το επιτυχημένο μοντέλο του Ροζέ Μιλιέξ, του μορφωτικού ακολούθου της Γαλλίας στην Κύπρο, ο οποίος ίδρυσε το Γαλλικό Πολιτιστικό Κέντρο και καλλιέργησε σχέσεις με τους Κυπρίους, μέσω του πολιτισμού. Παρουσίασα αυτό το όραμα που είχα στον τότε Πρόεδρο Σπύρο Κυπριανού και μου είπε «προχώρα». Έτσι, εγκαινιάσαμε το Σπίτι της Κύπρου, το 1987.
-Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε; Όταν λειτούργησε, οι Κύπριοι που ζούσαν στην Αθήνα το είχαν δει σαν ένα είδος Λέσχης. Υπήρχαν όμως αντιδράσεις και σε θεσμικό επίπεδο, ακόμη και υπουργοί αντιδρούσαν στην ιδέα. Με τη στήριξη του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Χριστοφίδη και του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Νίκου Συμεωνίδη που το έτρεξε μαζί μου, καταφέραμε να το δημιουργήσουμε και να προωθήσουμε την αποστολή του ως πολιτιστικού κέντρου. Ανοίξαμε τις πόρτες του σε ζωγράφους, γλύπτες, συγγραφείς κι άλλους καλλιτέχνες της Ελλάδος, με στόχο να γνωρίσουν την Κύπρο και να δημιουργηθεί αυτή η γέφυρα.
–Πρόσφατα λάβατε ένα σημαντικό βραβείο στο Σπίτι της Κύπρου για την προσφορά σας στον πολιτισμό, την έρευνα και τη διπλωματία. Τι σημαίνει αυτό για σας; Ήταν πολύ σημαντικό. Με τίμησε με την παρουσία του ο Νίκος Χριστοδουλίδης, με τον οποίο σχετιζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Εκτίμησα ιδιαίτερα το γεγονός ότι ήρθε στην Αθήνα μόνο για τη βράβευσή μου, έφτασε λίγο πριν την εκδήλωση κι έφυγε αμέσως μετά με την επόμενη πτήση. Για μένα αυτό ήταν ύψιστη τιμή.
–Πώς γνωριστήκατε; Όταν ήμουν στο Σπίτι της Κύπρου, η πόρτα ήταν πάντα ανοικτή σε νέους και νέες που έρχονταν για τις σπουδές τους. Ήρθε λοιπόν κάποια στιγμή ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ένας νεαρός που ήθελε καθοδήγηση για το διδακτορικό του και συνδεθήκαμε έκτοτε. Συνεργάστηκα επίσης με την κα Φιλίππα Καρσερά όταν είχε διοριστεί στην Αθήνα και είχαμε μια πολύ καλή σχέση.
-Τι κρατάτε από τη θητεία σας στο Σπίτι της Κύπρου; Υπηρέτησα στην Αθήνα για 20 χρόνια, με διαφορετικούς Προέδρους της Δημοκρατίας κι είχα πολύ καλή σχέση και συνεργασία με όλους. Έχω επιμεληθεί βιβλία Προέδρων της Δημοκρατίας, αρχηγών κομμάτων και πολιτικών από όλο το ιδεολογικό φάσμα. Για μένα είναι περγαμηνή τιμής που μ’ εμπιστεύτηκαν χωρίς να είμαι «δικός» τους. Κι είμαι ευγνώμων για την αναγνώριση που είχα από τον τόπο μου.
Ελεύθερα, 11.04.2026