Βάκης Λοϊζίδης, «Σωστό παιγνίδι», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2025

Ο Βάκης Λοϊζίδης έχει από καιρό κατασταλάξει ποιητικά. Ξέρει ποιος θέλει να είναι και το επιτυγχάνει με μεθοδικότητα, αφοσίωση και εργατικότητα. Τα ποιήματά του, στις πλείστες των περιπτώσεων, ενώ ενέχουν χαρακτήρα εσωτερικών μονολόγων, προσλαμβάνουν και άκρως δημοσιολογική υφή.

Η ενδοσκοπική πλευρά του διακρίνεται από βαθιά αυτογνωσία, αλλά και σκληρή σαρκαστική διάθεση: «Ψαλιδίζω τα λάθη μου / να γίνουν θάμνοι / και αυτά σκορπίζουν επικίνδυνα / μέσα στο καλοκαίρι. / Είναι το λίπασμα / για νέες περιπέτειες». (σελ. 9)

Διαβάζοντας το 12ο ποιητικό του έργο, ανάμεσα σε άλλα, διαπιστώνω ότι ο Β.Λ. – ολοένα και συχνότερα – γράφει ποίηση που πραγματεύεται τη θλίψη. Αυτή τη θλίψη όμως καταφέρνει να την συνταιριάζει αρμονικά με τις ποιητολογικές του αναζητήσεις. Η ποιητική, αισθητικά και θεματικά, εμφιλοχωρεί παντού. Συνήθως, με ειρωνεία και σκωπτική διάθεση.

Στο επίκεντρο όμως είναι η θλίψη, ένας μουντός πεσιμισμός που όλα τα σκεπάζει και όλα τα συνθλίβει: «Πουθενά δεν μας βγάζει το ποίημα… /…Τι μανία κι αυτή να ξηλώνουν εκ νέου / τον ήδη ξηλωμένο κόσμο με λέξεις. / Να δίνουν εικονικές γροθιές / στην πραγματικότητα… / …να απλώνουν την απόχη τους / σαν επαίτες για το νόημα / που καλουπώνει τη θλίψη μας / μ’ ευφάνταστο τρόπο». (σελ. 12)

Την ίδια ώρα ο ποιητής συνεχίζει να βγάζει τη γλώσσα στα ιερά και τα όσια. Γίνεται βλάσφημος, προκλητικός. Και δεν υπηρετεί απλά κάποιο ιδιοτελή εγωπαθή αυτοσκοπό. Στοχεύει συνειδητά τη θεσμική αποδόμηση κάθε τι συστημικά ακλόνητου που τον ενοχλεί, ως φύση που συνεχώς αναζητά, αμφισβητεί και επαναστατεί: «Ο Θεός / ούτε τα νήματα κινεί / ούτε ρισκάρει… / …Τα βράδια ροχαλίζει …». (σελ. 15)

Επαναλαμβάνω, συχνά – πυκνά, ο Β. Λ. ποιώντας ποίηση, ποιητικολογεί. Και το πράττει ευφάνταστα, παραστατικά και με καίρια μεταδοτικότητα: «Ακόμη και το ποίημα / θέλει το δροσιστικό του. / Να μην κουτουλούν οι στίχοι / ο ένας στον άλλο / να μην πνίγουν τον αναγνώστη / τα νοήματα / να μην έρπουν παντού / διακείμενα / να μπορεί ένα ρυάκι / να το διαπεράσει…». (σελ. 16)

Πήρε καιρό στον Β.Λ. να θεματοποιήσει ποιητικά προσωπικές, οικογενειακές του στιγμές. Το επιχειρεί στα τελευταία βιβλία του εδώ και λίγα χρόνια. Η τόλμη του προσωπικού ξεγυμνώματος δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Ιδού κάποιες οικογενειακές στιγμές του ποιητή με τρυφερότητα, θαλπωρή, ευαισθησία αλλά και αθώα φωτεινότητα: «Όταν με ρωτούν / από πού κατάγεται η μάνα μου / τους απαντώ από την Ευρύχου. / Όταν με ρωτούν πόσων χρονών / είναι η μάνα μου / δυσκολεύομαι να υπολογίσω. / Δεν θέλω να τους πω / πως είναι πεθαμένη. / Τη βλέπω μέσα στο μικρό μας φίατ. / Θυμούμαι και τα νούμερα FL850. / Με παίρνει στα ιδιαίτερα μαθήματα. / Άλλες φορές την παίρνω στον ογκολόγο. / Φοβάται μην πεθάνω στο ψαθί / κι εγώ της δείχνω τ’ άστρα». (σελ. 24)

Εδώ αξίζει να υπενθυμίσω ότι και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του «Ψεύτικο τζάκι» του 2022, ο Β.Λ. μνημόνευσε τη μητέρα του σε τρία διαφορετικά ποιήματα. Και πιστεύω ότι θα επανέλθει επί τούτου.

Την ίδια ώρα ο ποιητής, με όπλα την ειρωνεία, τον σαρκασμό, τη χλεύη και τον καγχασμό, διαπομπεύει τις μεγάλες και πομπώδεις εθνικές ιδέες. Βρίσκει ευφάνταστους τρόπους να διασύρει την όπου γης εθνική κομπορρημοσύνη, την κάθε εθνική εγωπάθεια: « …σαν Τουρκολίμανο / που το είπαν Μικρολίμανο / να πάρει μπρος / ο μεγαλοϊδεατισμός /στον μονόδρομο / της πατριωσύνης». (σελ. 36)

Γενικά, ο Β.Λ. διαπομπεύει εύστοχα και σαρκαστικά τις εμμονές στα όποια εθνικά αφηγήματα. Καταφέρνει να εισχωρήσουν στην ποίησή του ο κυνισμός και η ψυχρή λογική. Το γεγονός κάθε άλλο παρά αποδυναμώνει την αισθητική ρώμη των στίχων του. Αντιθέτως, η ποίησή του γίνεται έτσι πιο θελκτική και ρωμαλέα: «Δεν θα μπορέσουμε / να ξαναγράψουμε την ιστορία. / Καμιά οικογένεια δεν θα δεχθεί / να έχει έναν ήρωα λιγότερο. / Πάντα θα περιφέρεται ένα λυμένο όπλο ανάμεσά μας». (σελ. 38)

Στις ποιητολογικές αναζητήσεις και τους πειραματισμούς του ο Β.Λ. αποπειράται συχνά να συνομιλήσει με ομότεχνούς του. Και πάντα φροντίζει να διακρίνονται από αντισυμβατικότητα οι προσεγγίσεις του. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ασκείται κριτική στην τελειότητα και την απολυτότητα του ορθού: «Δεν σας διαβάζουμε / γιατί πατάτε γερά / στα κείμενα των παλιών. / Δεν σας διαβάζουμε / γιατί έχετε διδακτορικό. / Το αψεγάδιαστο της γραφής σας / δεν είναι το παν / ακόμα κι αν το μέτρο κυλά / σαν γάργαρο νερό». (σελ. 41)

Και βεβαίως, αφού εντοπίζονται στη συλλογή στίχοι υπαρξιακής υφής δεν λανθάνουν ούτε οι στίχοι ευρύτερης φιλοσοφικής πνοής. Στίχοι που κωδικοποιούν μια στάση ζωής. Ο ποιητής παρουσιάζεται με ώριμη, βαθιά και νηφάλια σκέψη. Ποιητής – πραγματιστής και όχι μελοδραματικός αισθηματίας. Ιδού δύο ενδεικτικά παραδείγματα από τα δύο τελευταία ποιήματα στο βιβλίο. Το πρώτο: «άστε με να ξεφτίσω / σαν κουρελού / που την ύφαναν / με αγάπη. / Τίποτα δεν μεστώνει / χωρίς μεράκι». (σελ. 46) Και το δεύτερο: «Δεν γεννηθήκαμε ηττημένοι / δώσε στο μέλλον φωνή / η μνήμη δεν είναι το μόνο μας σπίτι / είμαστε ζωντανοί». (σελ. 47)

Τέλος, εκφράζω τη βεβαιότητα ότι ο Β.Λ. έχει να δώσει ακόμη πολλά στην ποίησή μας, την ποίηση της Κύπρου. Έχει μεν στο παλμαρέ του 12 συλλογές, αλλά έχει όλα τα εχέγγυα – την ηλικία, τις ιδέες, τις εμπνεύσεις και την αφοσίωση – να ποιεί ποίηση για πολλά πολλά χρόνια ακόμη. Του το εύχομαι από καρδιάς.

g.frangos@cytanet.com.cy