Συναντάμε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ακορντεονίστες της σύγχρονης μουσικής σκηνής με αφορμή τη συμμετοχή του στο 8ο Διεθνές Φεστιβάλ Ακορντεόν Κύπρου.

Όταν ο Θάνος Σταυρίδης μιλά για το ακορντεόν, χαρακτηρίζει τη σχέση μαζί του καρμική. «Μάλλον με διάλεξε αυτό» λέει για το όργανο που είδε πρώτη φορά σε κατάστημα ειδών μουσικής στα 4,5 χρόνια του και το οποίο θα γινόταν το βασικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας του.

Συνδυάζοντας την ελληνική παραδοσιακή μουσική με στοιχεία τζαζ και κλασικής, έχει δημιουργήσει έναν ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο ήχο, που τον καθιέρωσε ως μία από τις πιο ιδιαίτερες σύγχρονες φωνές του ακορντεόν, το οποίο ανέδειξε σε ένα δυναμικό και πολυδιάστατο όργανο.

Τι είναι αυτό που κάνει το ακορντεόν τόσο εκφραστικό; Για μένα το ακορντεόν είναι το υπόλοιπο μισό μου. Το βασικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας μου, οπότε δεν μπορώ να πω πως η άποψή μου είναι και η πιο αντικειμενική. Αν θα ‘χα να σου πω κάτι, είναι το γεγονός πως «αναπνέει» κι αυτό όπως ο άνθρωπος μιας και ο ήχος του παράγεται μέσω του αέρα.

Οι δρόμοι σου σε σχέση με τη μουσική ξεκίνησαν εξερευνώντας την παράδοση; Είχα ξεκινήσει να μαθαίνω μουσική αρκετά συμβατικά όπως γίνεται η μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Και προσπαθούσα να βγάζω ό,τι τραγούδι μ’ άρεσε «με το αφτί» ή βρίσκοντας νότες σε όποια μπορούσα. Η αλήθεια είναι ότι στις αρχές του ’80 δεν έβρισκες εύκολα υλικό πέρα από κάτι συλλογές με τραγούδια του Λοΐζου, του Σπανού, του Χατζηνάσιου κ.ά. που φυσικά τις είχα ξεζουμίσει. Μεγάλωσα βέβαια σε μία πόλη όπου είχε κι έχει ένα πολύ δυνατό δρώμενο, τα «Αναστενάρια» και το σπίτι μας ήταν ακριβώς απέναντι απ’ το αλώνι όπου γινόταν η πυροβασία και η μουσική του «μικροκωνσταντίνου» έχει ριζώσει μέσα μου βαθιά. Στα γυμνάσιο και στο λύκειο άκουγα ροκ, μέταλ, ρεμπέτικα, λαϊκά και κλασική μουσική. Μετά γνώρισα τη τζαζ μιας και στο λύκειο ασχολήθηκα και με το σαξόφωνο και στα 18 μου άρχισα να μελετάω τις μουσικές παραδόσεις της Ελλάδας και των Βαλκανίων.

Υπάρχουν μελωδίες που σε γοητεύουν ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα; Εννοείται. Και μάλιστα έχω την τύχη να παίζω ένα όργανο το οποίο, μαζί με την κιθάρα, είναι τα πιο διαδεδομένα όργανα στον κόσμο έχοντας εισχωρήσει σ’ όλες τις μουσικές παραδόσεις. Απ’ τη λατινική Αμερική ως τις Σκανδιναβικές χώρες, απ’ την Αφρική ως την Κίνα. Απ’ την άλλη, είμαι μουσικός. Οπότε οποιαδήποτε μουσική έχει «αλήθεια» μέσα της με γοητεύει.

Πού τελειώνει για σένα η «παράδοση» και πού αρχίζει η «μεταγραφή» της σε κάτι νέο; Η «παράδοση» δεν τελειώνει ποτέ. Έχει μέσα της την εξέλιξη εξ ορισμού. Είναι η διαδικασία κατά την οποία ο καθένας από μας παραδίδει αυτό που βρήκε απ’ τους προηγούμενους, στην επόμενη γενιά. Αλλιώς μετατρέπεται σε μουσειακό έκθεμα. Είναι μια δημιουργική διαδικασία. Σ’ όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού, όχι μόνο στη μουσική. Εάν δεν ίσχυε αυτό, θα παίζαμε ακόμη μουσική σε μονόχορδα και θα φορούσαμε προβιές! Το νέο πάντα έρχεται όταν «πειράζουμε» το παλιό. Αν τώρα υπάρχει σεβασμός στο παλιό, γνώση κι αλήθεια σ’ αυτό που πάμε να κάνουμε, τότε αυτό το νέο έχει λόγο ύπαρξης. Αν αυτό το «πείραγμα» γίνεται απλά και μόνο για να γίνει, γιατί είναι της μόδας ή γιατί «αυτό πουλάει», τότε είναι καταδικασμένο να ‘ναι βραχύβιο. Όλα τα νέα ρεύματα στις τέχνες πατήσανε πάνω στα προηγούμενα είτε για να τα εξελίξουν είτε για να τα απορρίψουν, πάντα σε συνδυασμό με την εκάστοτε εποχή και τις ανάγκες της.

Πόσο σημαντικός είναι ο αυτοσχεδιασμός στη μουσική σου;

Ο αυτοσχεδιασμός είναι σημαντικός στη ζωή μου. Οπότε εννοείται πως θα ‘ναι και στη μουσική μου. «Ο αυτοσχεδιασμός είναι η αυθόρμητη δημιουργία ή δράση τη στιγμή της εκτέλεσης, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό ή προετοιμασία. Απαιτεί ετοιμότητα, εμπειρία και χρήση των άμεσα διαθέσιμων πόρων.» Αυτός ο ορισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού. Στις τέχνες, στις επιστήμες αλλά και στην καθημερινότητα. Απλά στη μουσική, τη συγκεκριμένη διαδικασία την ονομάζουμε «αυτοσχεδιασμό», ενώ στην καθημερινότητα συνήθως λέμε «όταν σου πετάει η ζωή λεμόνια, φτιάχνεις λεμονάδα». Αλλά κατά βάθος είναι το ίδιο πράγμα. Να δημιουργείς με τα μέσα που έχεις την κάθε στιγμή.

Πώς βλέπεις τη θέση της παραδοσιακής μουσικής στη νέα γενιά; Στη δεκαετία του ’80, όταν ξεκινούσα, η παραδοσιακή μουσική αντιμετωπίζονταν σαν κάτι το «παρωχημένο». Ήταν και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης όπου τα κλαρίνα επειδή τα είχαν οικειοποιηθεί οι χουντικοί, το αφήσαμε στην άκρη ως «έκφραση του παλιού καθεστώτος», τουλάχιστον στον αστικό ιστό, μιας και στα χωριά αυτό ευτυχώς δεν ίσχυε. Με τα χρόνια αυτή η πληγή «επουλώθηκε» κι όλο και περισσότερα παιδιά άρχισαν -απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’90- να ασχολούνται με την παράδοση. Σ’ αυτό συνετέλεσαν και τα Τμήματα του ΠΑΜΑΚ στη Θεσσαλονίκη και της Άρτας (ΤΛΠΜ αρχικά κι αργότερα ΤΜΣ). Πλέον είμαι πολύ χαρούμενος που βλέπω τους νέους να χορεύουν στα πανηγύρια, ακόμα κι αν πολλοί από αυτούς είναι «φασέοι». Απ’ την πλευρά του μουσικού χαίρομαι φυσικά που βλέπω όλο και περισσότερα νέα παιδιά να παίζουν αυτές τις μουσικές όπως και το επίπεδο που βελτιώνεται. Χαίρομαι διπλά, γιατί έχω βάλει κι εγώ ένα λιθαράκι σ’ αυτό μιας και για 16 χρόνια δίδαξα στην Άρτα και συνεχίζω να διδάσκω παραδίδοντας ιδιαίτερα αλλά και σεμινάρια, όπως αυτό που θα κάνουμε στο 8ο Φεστιβάλ Ακορντεόν στην Αγλαντζιά.

Σε ποια επαγγελματική φάση σε βρίσκουμε; Σε μια τρέλα. Ετοιμάζομαι για καλοκαιρινή περιοδεία με Κότσιρα, με Ρεμπούτσικα και με Βουτσικάκη – Νικολακοπούλου. Έχω επίσης αρκετές προγραμματισμένες συναυλίες με τα δικά μου projects Drom, Thanos Stavridis Quartet και Tales from the Box. Έχω επίσης ξεκινήσει ηχογραφήσεις για το νέο μου 5ο δίσκο, κι όλα αυτά προσπαθώντας να βρίσκομαι και δίπλα στην οικογένειά μου, ζώντας όσο πιο πολύ μπορώ δίπλα στη Στέλλα μου και τα δύο μικρά μας.  

Ελεύθερα, 31.05.2026