Ο χαλκέντερος και εμβληματικός μελετητής και κριτικός λογοτεχνίας μιλά για την Κύπρο, το τραύμα, την κριτική σήμερα και την ανάγκη να ξαναβάζει ένα βιβλίο «αέρα στα πνευμόνια» μας.
Η οφειλόμενη τιμητική διημερίδα που διοργάνωσε τον περασμένο Μάρτιο στη Λευκωσία το Υφυπουργείο Πολιτισμού για έναν από τους πλέον συνεπείς και διεισδυτικούς μελετητές της νεότερης ελληνικής και κυπριακής γραμματείας πήρε τη μορφή μιας σημαίνουσας επιστημονικής συνάντησης. Με αυτή την αφορμή, ο Αλέξης Ζήρας επιστρέφει, νοερά και ουσιαστικά, σε μια σχέση ζωής με το νησί, τους ανθρώπους και τη λογοτεχνία του. Μιλά επίσης για τη μνήμη, τη φθορά, τη θέση της κυπριακής λογοτεχνίας στον ελληνόφωνο χώρο, την υποχώρηση της κριτικής, τη συγγραφή ως ηθική στάση και θυμάται τον προσφιλή του Λεύκιο Ζαφειρίου, που αναδύεται ως μορφή βαθιά παθιασμένη και ταγμένη στο πεπρωμένο της δημιουργίας.
–Με ποιες σκέψεις και συναισθήματα βρεθήκατε ξανά στην Κύπρο για την τιμητική ημερίδα; Η σχέση μου με την Κύπρο χρονολογείται από πολύ παλιά. Για πρώτη φορά ήρθα το 1966 ως φαντάρος, πάνε 60 χρόνια. Έχω καλές αναμνήσεις από το νησί και τους ανθρώπους που κατά καιρούς γνώρισα. Αργότερα η σχέση έγινε πιο στενή, ειδικά μετά τη γνωριμία με τον Λεύκιο Ζαφειρίου κι όταν με τα άλλα παιδιά φτιάξαμε το περιοδικό «Σημείο». Κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά μου η Κύπρος από συναισθηματικής και ερευνητικής απόψεως. Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να έχω ασχοληθεί εκτεταμένα με την κυπριακή πεζογραφία και ποίηση. Τοποθετώ ισάξια πολλούς από τους λογοτέχνες και κριτικούς της Κύπρου με τους εν Ελλάδι. Στο παρελθόν σημαίνουσες προσωπικότητες ήρθαν από το νησί στην Ελλάδα και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των λογοτεχνικών πραγμάτων. Θα αναφέρω ως παράδειγμα τον Νίκο Νικολαΐδη και τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, ενώ ακόμη κι ο Μόντης είχε για ένα διάστημα ζήσει, σπουδάσει και δημιουργήσει εδώ.
–Μελετάτε για δεκαετίες την κυπριακή λογοτεχνία χωρίς να την αντιμετωπίζετε ως παράρτημα της ελλαδικής. Πότε καταλήξατε στην άποψη ότι συνιστά αυτόνομη λογοτεχνική περιοχή; Ανάμεσα στην Κύπρο και την Ελλάδα υπήρχε ανέκαθεν σχέση αλληλεπίδρασης και διαλόγου. Στη δική μου αντίληψη, πρόκειται για δύο ισότιμα μέλη μιας ενιαίας λογοτεχνίας. Κατέληξα σ’ αυτό στα χρόνια του ’80, μετά από πιο εντατικές μελέτες πάνω σε ποιητές και πεζογράφους από την Κύπρο. Θεώρησα δίκαιο να αναγνωρίσουμε ότι συμπαρατάσσονται στο ίδιο πεδίο δύο λογοτεχνίες που είναι ομόγλωσσες και οι λογοτέχνες μεταξύ τους συνομιλούν οργανικά. Γιατί λοιπόν να μην είναι τα πράγματα ισότιμα; Προς την αυτή κατεύθυνση έβαλα κι εγώ το λιθαράκι μου, διότι πέρα από αυτά που έχω γράψει και συνιστούν την κατάθεσή μου, έδωσα αγώνα όταν επρόκειτο να εκδοθεί το «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», που κυκλοφόρησε το 2007, πείθοντας τον Στέφανο Πατάκη ότι είναι αδύνατο να υπάρχει τέτοια έκδοση χωρίς να περιλαμβάνει και τους Κύπριους δημιουργούς. Ο Πατάκης το ασπάστηκε και βλέπουμε σήμερα να αναφέρονται ισότιμα Κύπριοι και Ελλαδίτες στα λήμματα ενός ογκωδέστατου λεξικού, που έχει κάνει καλή πορεία στα βιβλιοπωλεία και γνώρισε πάνω από 7-8 επανεκδόσεις.
–Η Ιστορία, ειδικά το 1974, μοιάζει να διαπερνά ευθέως ή υπογείως σχεδόν κάθε γενιά Κυπρίων συγγραφέων. Θεωρείτε ότι είναι ένα αναπόφευκτο δημιουργικό βάρος; Στη λογοτεχνία είναι κανόνας οι επιδράσεις από ιστορικά τραύματα και συνήθως εμφανίζονται με τρόπο διττό. Τον πρώτο καιρό που προκύπτουν τα τραύματα, υπάρχει μία πιο ακατέργαστη αισθητικά πίεση και είναι πιο πυκνή και αβίαστη η αγανάκτηση, η οδύνη, η πίκρα και η οργή όπως εκφράζεται στον λόγο. Στην άλλη τάση, που ακολουθεί την πρώτη, το τραύμα επανέρχεται με τρόπο πιο επεξεργασμένο λογοτεχνικά. Οι λογοτέχνες είχαν το χρόνο και την απόσταση να το δουλέψουν καλύτερα κι αυτό συντελεί στην παραγωγή κειμένων που λειτουργούν αλλιώς στον αναγνώστη. Δεν είναι ότι παύει να έχει σημασία το συναίσθημα που υποβόσκει, απλά ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται είναι πιο απαιτητικός από τεχνικής απόψεως. Λ.χ., αρκετοί χρησιμοποιούν το χιούμορ και τη λεπτή ειρωνεία, στοιχεία που δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο στην πεζογραφία της Κύπρου που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το 1974.
–Διακρίνετε στις πιο νέες γενιές Κυπρίων λογοτεχνών μια επιθυμία απεγκλωβισμού από το ιστορικό τραύμα ή αυτό συνεχίζει να επιστρέφει με άλλες μορφές; Δεν μπορείς να απεγκλωβιστείς από το τραύμα. Θα έρθει να σε στοιχειώσει. Αυτό που διακρίνω σε πολλούς από τους νεότερους ποιητές και πεζογράφους, που σήμερα είναι γύρω στα 35-40, είναι ότι το προσεγγίζουν με τρόπο πιο αποτελεσματικό, από λογοτεχνικής σκοπιάς.
–Στην Ελλάδα η λογοτεχνία της Κύπρου για χρόνια διαβαζόταν μέσα από φίλτρα εξωτισμού, εθνικού τραύματος ή περιφερειακότητας. Αυτό έχει αλλάξει; Ίσως κάπως να αλλάζει. Το φαινόμενο αυτό πάντα με εξέπληττε. Στην ελλαδική κοινωνία γενικότερα και τη λογοτεχνική κοινότητα ειδικά, από τη δεκαετία του ’50 και πριν την Ανεξαρτησία, υπήρχε άλλη αντιμετώπιση και πιο έντονη διάθεση συμπαράστασης στον κυπριακό λαό, πράγμα το οποίο παραδόξως κάπως ατόνησε μετά την τουρκική εισβολή και τα δεινά που επακολούθησαν, όπου κάθε σπίτι στο νησί βίωνε το δικό του δράμα και τραύμα. Πιθανόν να πρόκειται για κάποιο είδος απώθησης ή ενοχής.
–Νιώθετε ότι διαχρονικά υπάρχουν Κύπριοι λογοτέχνες που δεν αναγνωρίστηκαν και δεν αναγνώστηκαν όσο τους άξιζε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο; Αναμφίβολα. Παλιότερα, πάντως, ορισμένοι απολάμβαναν αναγνώρισης, όπως π.χ. ο Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ενδεχομένως να έχουν αλλάξει γενικότερα τα γούστα. Ισχύει και για πολλούς Ελλαδίτες λογοτέχνες που διαβάζονταν τη δεκαετία του ‘50 και ‘60 και σήμερα πιθανόν να μη διαβάζονται τόσο. Δεν ελκύει πια ο τρόπος με τον οποίο γράφονταν τα λογοτεχνικά έργα τότε.
–Στην ημερίδα έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην αλληλογραφία σας με τον Λεύκιο Ζαφειρίου. Πώς τον θυμάστε ως άνθρωπο, μελετητή, λογοτέχνη; Μπορεί να μη φαινόταν, αλλά πιστεύω ότι ο Λεύκιος πολλά από όσα κατάφερε ήταν απότοκα του πάθους που είχε. Δεν ήταν τυχαίο ότι σηκώθηκε και πήγε στο Ριζοκάρπασο χωρίς άλλη προσδοκία. Πίστευε κατά κάποιο τρόπο ότι επιτελεί εθνική αποστολή. Είχε έντονο το αίσθημα του καθήκοντος. Το ίδιο ισχύει και για το έργο του πάνω στον Κάλβο, στο οποίο αφοσιώθηκε τόσο που καμιά φορά στις συζητήσεις μας μπέρδευε τη μητέρα του με την αρραβωνιαστικιά του Κάλβου. Στη φαντασία του, όλα συνέβαιναν στο παρόν. Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα πάθους: για τη ζωή, την ιστορία, τη δημιουργία. Ξεψάχνιζε για χρόνια ολόκληρα βιβλιοθήκες στο εξωτερικό για να ανακαλύψει καινούρια στοιχεία για τον Κάλβο μέχρι που τα κατάφερε.

–Συνδέεστε με τη λεγόμενη «γενιά της αμφισβήτησης». Τι αμφισβητούσε πραγματικά εκείνη η γενιά και τι τελικά δεν κατάφερε να υπερβεί; Οι περισσότεροι από αυτούς που συγκρότησαν τη λεγόμενη γενιά του ‘70, έγραφαν κυρίως από ένστικτο. Το θέμα της αμφισβήτησης προέκυψε εξ αντανακλάσεως. Το έθεσε με πλάγιο τρόπο ένας κριτικός της εποχής, ο Βάσος Βαρίκας- μιλάω για το 1968-1969. Παρουσίασε δύο ανθολογίες όπου περιλαμβάνονταν ποιήματα νεότερων τα οποία εξομoίωνε με τα γεγονότα του Μάη του ‘68. Δεν ήταν βέβαια το ίδιο με τη γαλλική ή γερμανική αμφισβήτηση των νέων της εποχής. Δεν υπήρχε οργανωμένη κίνηση, ένας αμφισβητησιακός κώδικας πέραν αυτού που έχει κάθε μαχόμενη γενιά όταν αλλάζουν τα πράγματα. Έτυχε να συμβεί μεσούσης της δικτατορίας. Έπειτα, έγινε η Νομική και το Πολυτεχνείο και έλαβε άλλες διαστάσεις, συνδέθηκε η ποίηση με τα γεγονότα. Δεν ξέρω αν ήταν καν αυτό επιδίωξη των ποιητών ή όχι, άλλωστε ήταν λίγοι στην αρχή και οι αρκετοί συνέρρευσαν αργότερα. Για μένα, αν αξίζει κάτι σε σχέση με το πνεύμα και την παραγωγή αυτής της γενιάς είναι ό,τι παρήχθη στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κι όχι στη Μεταπολίτευση, που άλλαξαν οι συνθήκες, άνοιξαν πόρτες και τα πράγματα πήραν μια χαοτική τροπή.
–Δηλαδή, οι κατοπινές γενιές έπαψαν να συγκρούονται και να αμφισβητούν; Περισσότερο διαχειρίζονται αβεβαιότητες; Αν μιλάμε για τους νέους, ναι. Βλέπω πολλές ποιητικές συλλογές και πεζά από νεότερους και διακρίνω ένα τέτοιο πνεύμα στη γλώσσα και τις θεματικές. Δεν υπάρχει τόσο έντονος ριζοσπαστισμός στη ζωή και στην ηθική στάση των σημερινών νέων. Η τέχνη τους είναι πιο βατή, πιο ευανάγνωστη, πιο ανεπεξέργαστη. Μπορεί αυτό να είναι και απαίτηση των καιρών. Παίζει ρόλο τι παίρνεις, τι δίνεις και με ποιους συναναστρέφεσαι. Οι γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις και τάσεις επιδρούν και στους νεότερους, που είναι σαν σφουγγάρια.
–Πιστεύετε ότι η αντίληψη για την κριτική ως πνευματική ευθύνη κι όχι ως συνοδευτικό στοιχείο στην αγορά βιβλίου έχει ατονήσει σήμερα; Έχει ατονήσει γενικότερα η σχέση της λογοτεχνίας με την ηθική στάση που πρέπει να έχει ο λογοτέχνης. Με τον ίδιο τρόπο έχει ατονήσει και η στάση των κριτικών απέναντι στη λογοτεχνία. Αυτό που ισχύει σήμερα σε μεγάλο βαθμό είναι ότι πολλοί αρκούνται σε μια καλή γνώμη, προτιμώντας ένα αλισβερίσι όπου σήμερα γράφω εγώ, αύριο εσύ για μένα κ.ο.κ. Αυτό ίσως προέρχεται από το γεγονός ότι η λογοτεχνία δεν χαίρει πια της ίδιας εκτίμησης. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και στο φαντασιακό των ανθρώπων που δεν γράφουν, αλλά κάπου-κάπου διάβαζαν κανένα βιβλίο. Η βαρύτητα της λογοτεχνίας έχει σμικρυνθεί, παρότι βγαίνουν πολύ περισσότερα βιβλία και γράφονται πολύ περισσότερα κείμενα απ’ ό,τι πριν 30 χρόνια.
–Η υποχώρηση της κριτικής δεν είναι καταδικαστική και για τους λογοτέχνες και την ποιότητα της δουλειάς τους; Προφανώς. Το βασικό είναι ο ποιητής και ο πεζογράφος μέσα από τα κείμενά τους να προτείνουν στον αναγνώστη μια ηθική στάση κι αυτό κατά προέκταση ισχύει και για την κριτική. Σήμερα, οι κριτικές συνήθως γίνονται με μηχανιστικό τρόπο, σαν να θέλουν απλώς να παινέψουν. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι οι πλείστοι λογοτέχνες που έχουν μπει στη μηχανή της αγοράς δαιμονίζονται και δυσφορούν με κάποια αρνητική κριτική. Στη φαντασία τους θεωρούν ότι αυτό τους στερεί τη δυνατότητα της καταξίωσης. Ανοησίες. Γι’ αυτό τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν πια είναι σαν να διαβάζεις το ίδιο βιβλίο. Δεν εμφανίζεται τόσο συχνά η διαφορετική φωνή που θα σε ξυπνήσει, που θα πείσει ότι προτείνει κάτι καινούριο.
–Τι συνιστά δίκαιη κριτική; Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο και μετά αναδεικνύεις τα θετικά και μέμφεσαι τα αρνητικά. Ιδίως στις νεότερες ηλικίες είναι αδύνατον να υπάρχουν βιβλία που να είναι εξαιρετικά από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Αν το σκεφτούν καλύτερα οι ίδιοι οι λογοτέχνες, θα κατανοήσουν τη σημασία της κριτικής από κάποιον που πονάει τη λογοτεχνία και θα δεχτούν ότι είναι κάτι εποικοδομητικό, που τους ωθεί στη βελτίωση. Έχω επίσης διαπιστώσει εδώ και δεκαετίες ότι σε ό,τι αφορά την κριτική μου τούς ενδιαφέρει η ορατότητα που τους δίνει. Δηλαδή, η εικόνα κι όχι η ουσία των παρατηρήσεών μου.
–Ο κριτικός δεν πρέπει σε προσωπικό επίπεδο να τηρεί και κάποιες αποστάσεις από τη λογοτεχνική κοινότητα; Αυτό ως ένα σημείο το έχω καταφέρει, δηλαδή έχουν καταλάβει και όσοι θεωρούνται φίλοι ότι οι ειλικρινείς παρατηρήσεις είναι πιο ωφέλιμες και για τους ίδιους. Ο κανόνας πάντως είναι ότι οι λογοτέχνες δεν συμπαθούν την κριτική κι αυτό ισχύει γενικότερα: για τους εκδότες, τις εφημερίδες, τα διαδικτυακά περιοδικά.
–Πώς σχολιάζετε τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η δημόσια συζήτηση γύρω από τα βιβλία στις μέρες μας; Μεγάλο μέρος αυτών που γράφουν σήμερα είναι προσανατολισμένοι στον πιο εύκολο τρόπο που κερδίζεται ο αναγνώστης. Αυτό περνά και μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία συχνά γράφει κάτι που είναι οπωσδήποτε πιο βατό σε σχέση μ’ ένα ανθρώπινο λογοτεχνικό κείμενο, παρόλο που δεν έχει ακόμη αναπτύξει προσωπικό ύφος. Όταν αποκτήσει και προσωπικό στυλ, θα βρεθούμε στο τέλειο χάος (γέλια).

-Τι δεν συγχωρείτε σ’ ένα λογοτεχνικό έργο; Στην πεζογραφία δεν μπορώ τις περιττολογίες. Δεν λέω ότι σώνει και καλά πρέπει να πεις κάτι μ’ ένα στίχο όπως οι ποιητές, αλλά οπωσδήποτε συντομότερα από ό,τι ένας πεζογράφος του 1930. Τότε περιείχαν ατελείωτες περιγραφές τα βιβλία γιατί κατά τεκμήριο ο αναγνώστης της εποχής έτσι ανακάλυπτε τον κόσμο. Είχε πιο παιδευτικό ρόλο τότε η λογοτεχνία. Όταν βλέπω ένα βιβλίο να αναλώνεται σε περιγραφές επί περιγραφών, προτιμώ να το κλείσω. Στην ποίηση, μ’ ενδιαφέρει αν αυτό που θέλει να πει ο άλλος έχει μέσα του νεύρο.
–Ποιο βιβλίο θα αρπάζατε από τη βιβλιοθήκη σας αν έπρεπε να αναχωρήσετε επειγόντως; Τα τελευταία χρόνια επανέρχομαι στα βιβλία του Καρκαβίτσα. Είναι ένας σχετικά παλιός πεζογράφος, ωστόσο ανακαλύπτω ότι αυτοί οι άνθρωποι, ίσως επειδή τα πράγματα στην εποχή τους ήταν πιο φρέσκα και άδολα, μπορέσαν να μας δώσουν σελίδες πιο ζωντανές και πρωτότυπες. Από ξένους επανέρχομαι συχνά- πυκνά σε κάποιο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι. Από Κυπρίους μ’ αρέσει πολύ ο Νίκος Νικολαΐδης. Ορισμένα διηγήματά του είναι αναπάντεχα αριστουργηματικά. Αυτός ο άνθρωπος είχε μέσα του φλόγα. Μ’ αρέσουν επίσης βιβλία του Λουκή Ακρίτα, όπως λ.χ. οι «Αρματωμένοι».
–Το ποδοβολητό του χρόνου σάς πιέζει να διαβάσετε πιο πολύ ή λιγότερο; Κάθε μέρα σκέφτομαι ότι σε κάποια πράγματα φάνηκα μπόσικος. Ή κάποια διέλαθαν της προσοχής μου. Νιώθω ότι έχω κενά τα οποία θα πρέπει να πιεστώ να συμπληρώσω. Ξέρω ότι αυτό δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ κι ότι ο χρόνος θα μάς προλάβει και θα τα κάνει όλα σμπαράλια, αλλά τι να κάνουμε; Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Πιστεύω ότι δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ να υπάρχει ο διάλογος ανάμεσα σε κάποιον που γράφει και κάποιον που διαβάζει. Έτσι ήμουν από παιδί.
–Κάποιος που διαβάζει πολύ είναι πιθανότερο να γίνει αισιόδοξος ή κυνικός; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να μου αλλάξει την ψυχοσύνθεση. Ξεχωρίζω αυτό που είμαι απ’ αυτό που διαβάζω. Σε κάθε περίπτωση το κλείσιμο της τελευταίας σελίδας ενός βιβλίου θα πρέπει να σου ξαναβάζει αέρα στα πνευμόνια. Είναι μια ευκαιρία να συλλογιστείς ξανά ορισμένα πράγματα. Το βασικό είναι όταν φτάνει η ώρα να κλείσουμε το βιβλίο να έχουμε τη δυνατότητα της κριτικής στάσης απέναντι σ’ αυτό που διαβάσαμε και στον εαυτό μας. Δεν διαφέρει πολύ το να διαβάζεις ένα βιβλίο από το να πηγαίνεις για ψώνια. Και στο σούπερ μάρκετ βρίσκεσαι ουσιαστικά μέσα σε μια αφήγηση: χαρακτήρες, κινήσεις, λόγια που λέγονται ή δεν λέγονται, αντικείμενα που σε κάνουν να φαντάζεσαι. Τα πάντα είναι μυθοπλασία, τελικά!
Ελεύθερα, 24.5.2026