Η γνωστή κωμικός μιλά για το stand-up ως πράξη αυτογνωσίας, τα όρια του χιούμορ και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σάτιρα και τη λοιδορία.
Η ικανότητα να κάνεις τον άλλο να γελάει είναι ίσως η ευγενέστερη στον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, είναι μια μορφή επικοινωνίας κι ένας τρόπος να αντικρίσει κανείς την πραγματικότητα πιο θαρραλέα και να αποδομήσει το σοβαρό χωρίς να το ακυρώνει. Πέρα από βαλβίδα εκτόνωσης, το γέλιο είναι εργαλείο κατανόησης. Η κωμωδία, από τη φύση της, ανοίγει ρωγμές σε ό,τι θεωρείται αυτονόητο εκθέτοντας τις βεβαιότητες και, συχνά, σαρκάζοντας τους μηχανισμούς που τις παράγει. Κωμικός με διεθνή παρουσία και με σκηνική ταυτότητα που συνδυάζει χιούμορ, αυτογνωσία και μια διακριτική δύναμη παραδείγματος, η Κατερίνα Βρανά μιλά με αφορμή την παράσταση «Χάρηκα!» που παρουσιάζει σε Λεμεσό και Λευκωσία και εξηγεί πώς δοκιμάζει πρώτα πάνω της τα όρια της σάτιρας και της αλήθειας.
–Τι ξεχωρίζεις στο κυπριακό κοινό όταν ανεβαίνεις στη σκηνή; Εγώ λατρεύω την Κύπρο. Μ’ αρέσει πολύ να παίζω εκεί, περνάω υπέροχα. Κατά κύριο λόγο γιατί συχνά μου ξεφεύγουν αγγλικά. Στην Κύπρο δεν υπάρχει κανένα άγχος ότι κάποιος δεν θα καταλάβει. Έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ. Είναι πολύ καλό κοινό, με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Προσπαθώ να μάθω λίγα κυπριακά για να τα βάλω στην παράστασή μου, αλλά δεν μπορώ να τα χρησιμοποιώ όλα γιατί οι Κύπριοι φίλοι μου είναι κυρίως κωμικοί και μου μαθαίνουν μόνο κακές λέξεις.
–Όταν γράφεις ένα αστείο, σκέφτεσαι σε ποιο κοινό απευθύνεται; Όλη μου η κωμωδία ξεκινάει από τον εαυτό μου, δηλαδή από τον αυτοσαρκασμό. Αυτό λειτουργεί παντού, γιατί ξεκινώ από δικά μου πράγματα και πάω παραπέρα. Χρησιμοποιώ αστεία που αγγίζουν διάφορες κουλτούρες, από βόρεια μέχρι νότια Ευρώπη.
–Γιατί «Χάρηκα!»; Είναι μια σύσταση πρώτης γνωριμίας; Τι σε κάνει πραγματικά να χαίρεσαι σήμερα; Μ’ αρέσει ακριβώς επειδή είναι λίγο απ’ όλα. Πρώτον, «γεια σας, Κατερίνα Βρανά, χάρηκα». Μετά χαίρομαι γενικά, γιατί η φετινή χρονιά έχει πάει πολύ καλά. Χάρηκα που ήμουν στους παρουσιαστές του διαγωνισμού για ανάδειξη του τραγουδιού που θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Γιουροβίζιον. Αναγνωρίστηκε ότι έγραψα ιστορία ως η πρώτη ανάπηρη παρουσιάστρια στην ελληνική τηλεόραση. Όλο αυτό ανέβασε το προφίλ μου, αλλά είχα τεράστιο άγχος, γιατί ήξερα ότι πρέπει να είμαι κάτι παραπάνω από άψογη. Φοβόμουν ότι το παραμικρό λάθος θα αποδοθεί στην αναπηρία μου, είτε επικριτικά είτε συγκαταβατικά. Τελικά, όλα πήγαν καλά. Η ΕΡΤ μου έδωσε χώρο να πω τα αστεία και τις ατάκες που ήθελα και τσέκαρα μέχρι πού μπορώ να το τραβήξω. Νομίζω ότι λειτούργησε, έδειξα ότι κωμικός είμαι και κωμικός παραμένω, παρά το γεγονός ότι είμαι ανάπηρη. Έδειξα ότι η αναπηρία δεν με περιορίζει από το να μπορώ να κάνω μια χαρά τη δουλειά μου.
-Το stand-up είναι περισσότερο εξομολόγηση ή δημιουργική κατασκευή; Είναι και τα δύο: και δημιουργία και εξομολόγηση. Είναι ένα είδος αυτοψυχανάλυσης, μοιράζεσαι με το κοινό τα σώψυχά σου. Κι είναι ωραίο γιατί ανήκει στο είδος της ψυχανάλυσης όπου σε πληρώνουν αντί να πληρώνεις (γέλια). Με βοηθάει πολύ στα προβλήματα ανασφάλειας που έχω, μ’ αρέσει να κάνω αστεία γύρω απ’ αυτό, να τα μοιράζομαι με το κοινό, να βλέπω τις αντιδράσεις και να τα επεξεργάζομαι για να βγάζω το πιο αστείο και ανθρώπινο κομμάτι που μπορώ μέσα από κάθε κατάσταση.
–Πότε καταλαβαίνεις ότι ένα αστείο είναι έτοιμο; Μόνο πάνω στη σκηνή. Δηλαδή, εγώ μπορώ να σκεφτώ κάτι που βρίσκω ξεκαρδιστικό αλλά για το κοινό να μην «τσουλάει». Πρέπει να τα δοκιμάζεις προηγουμένως και μάλιστα αρκετά.
–Κι αν το κοινό δεν ανταποκρίνεται σε κάτι που εσύ βρίσκεις πολύ αστείο, τι κάνεις; Το δουλεύω μέχρι να βρω το σημείο επαφής με το κοινό κι αν μετά από πολλές δοκιμές δω ότι δεν φέρνει γέλιο, το αφήνω.
-Το stand-up comedy είναι από τις λίγες τέχνες όπου αν αποτύχεις, το εισπράττεις αμέσως και δημόσια. Πώς διαχειρίζεσαι την αποτυχία σε πραγματικό χρόνο; Αυτό είναι από τα πιο τρομακτικά ζητήματα. Στην αρχή της πορείας είναι το πιο φρικαλέο πράγμα στον κόσμο. Όσο αποκτάς εμπειρία, μαθαίνεις να το γυρνάς ακόμη και υπέρ σου.

–Υπάρχει κάτι που δεν θα έκανες ποτέ αστείο, ή όλα είναι εν δυνάμει υλικό σάτιρας; Νομίζω ότι μπορείς να κάνεις πλάκα με τα πάντα, απλώς προσέχω ο στόχος να μην είναι το πιο αδύναμο άτομο μέσα στο αστείο. Πιστεύω ότι η κωμωδία θα έπρεπε να σατιρίζει είτε το υποκείμενο του αστείου -γιατί το να είσαι η ίδια στόχος του αστείου που λες είναι δική σου επιλογή- είτε δυσάρεστες καταστάσεις και πρόσωπα με ισχύ που δημιουργούν προβλήματα στους ανθρώπους. Αν το αστείο έχει στόχο κάποιον άστεγο, ποιο το νόημα; Αρκετά προβλήματα δεν έχει ο άνθρωπος; Είναι λεπτή η γραμμή ανάμεσα στοχιούμορ και τη λοιδορία.
–Θα μπορούσε ένα αστείο να έχει στόχο κάποιον ανάπηρο; Κάνω πλάκα με τη δική μου αναπηρία κι αν ποτέ διακωμωδήσω άλλον το φέρνω έτσι ώστε στο τέλος να υπάρχει ανατροπή και να είμαι εγώ ο «μαλάκας».
–Μήπως, υπό μία έννοια ο εαυτός σου είναι και εύκολος στόχος, αφού δεν πρόκειται να θιχτεί; Δεν είναι αυτονόητο, γιατί οι Έλληνες -όπως ίσως και οι Κύπριοι- πάσχουμε από οξεία σοβαροφάνεια. Έχουμε πολύ δυνατό το αίσθημα του να μην τσαλακωνόμαστε, μάς ενδιαφέρει η εικόνα μας και πώς παρουσιαζόμαστε δημόσια. Μεγαλώσαμε σε μια κοινωνία που επιτάσσει το «τι θα πουν οι άλλοι» για το πώς δείχνεις, τι φοράς, πώς παρουσιάζεσαι, αν έχεις παχύνει, αν έχεις αδυνατίσει, τι θα πουν οι γείτονες, οι θείοι κ.ο.κ. Όλα αυτά τα κουβαλάμε ως βαρίδια, μ’ αυτά μεγαλώσαμε. Προσπαθώ κι εγώ να απελευθερωθώ. Είναι παλούκι να τα αφήσεις πίσω. Η αναπηρία μ’ έχει βοηθήσει πολύ σ’ αυτό. Όταν πρωτοβγήκα από το νοσοκομείο, η ομιλία μου ήταν ακόμη χειρότερη, πιο αργή, σαν να ήμουν φουλ μαστουρωμένη. Ήρθε μια γνωστή και μου είπε «γιατί θες να κάνεις παράσταση έτσι και δεν περιμένεις μέχρι να γίνεις καλά;» Μα δεν ξέρω πότε και αν θα γίνω καλά. Επίσης, καλά είμαι, μια χαρά. Δεν πέθανα, επέζησα. Οπότε, η μεγάλη μάχη ήταν να κερδίσω τον εαυτό μου και να επιστρέψω στη σκηνή σε αμαξίδιο, σε τροχοκάθισμα όπως το λέτε στην Κύπρο, με την ομιλία που έχω.
–Ο αυτοσαρκασμός ενίοτε είναι η πιο δύσκολη φόρμα χιούμορ, γιατί απαιτεί αυτογνωσία χωρίς αυτολύπηση. Συμφωνείς; Χρησιμοποιώ τον εαυτό μου ως εναρκτήριο σημείο. Ξεκινώ από τον αυτοσαρκασμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βρίσκω τρόπο να πω την άποψή μου για πράγματα και καταστάσεις. Θέλω το κοινό πρώτα να γνωρίζει ότι δεν μιλάω ως αυθεντία και αφ’ υψηλού, ότι δεν ήρθα να τους κάνω κήρυγμα. Παράσταση κωμωδίας είναι, οπότε πρώτα γελάω με τον εαυτό μου και μετά με τους άλλους. Κι είναι σαφές ότι πάντα μοιράζομαι δικές μου σκέψεις, που δεν τις παρουσιάζω ως οικουμενικές αλήθειες.
–Έχεις ποτέ βαρεθεί να λες τις ίδιες ιστορίες, ακόμα κι αν το κοινό τις ακούει για πρώτη φορά; Όχι. Αν το κοινό γελάει νιώθω κι εγώ σαν να τις λέω για πρώτη φορά. Ιδίως αν γελάνε με μια παλιά ιστορία, έχω πιάσει τον εαυτό μου να σκέφτεται: «γελάτε τώρα, δεν έχετε ιδέα τι έρχεται, θα πεθάνετε στο γέλιο». Ενθουσιάζομαι και περιμένω πώς και πώς να τους πω «λοιπόν, ακούστε τώρα…»
-Τι σε ενοχλεί περισσότερο: το κοινό που δεν γελάει ή το κοινό που γελάει για λάθος λόγους; Το κοινό που γελάει για λάθος λόγους. Αν είναι λάθος timing, τότε μάλλον κατάλαβαν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ήθελα να πω. Κι αυτό είναι πρόβλημα. Νομίζω είναι χειρότερο από το να μη γελάνε. Γιατί, αν δεν γελάνε, έχω εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στο υλικό μου, ξέρω ότι μπορώ κάπως να τους φέρω βόλτα. Όμως, δεν έχεις έλεγχο στο πώς σκέφτεται ο άλλος. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να καταθέσεις τις ιδέες σου, το χιούμορ σου και να περιμένεις.

–Η αίσθηση του χιούμορ είναι τοπική υπόθεση; Τι γνώμη έχεις σχηματίσει παρακολουθώντας συναδέλφους σου κωμικούς στην Ευρώπη και τον κόσμο; Το ευρωπαϊκό χιούμορ έχει κοινά χαρακτηριστικά. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ξεκινάνε διακωμωδώντας τον εαυτό τους και τη χώρα τους. Οι Γερμανοί κωμικοί ξεκινάνε πάντα με το «Γερμανός κωμικός, ποιος θα το περίμενε;» Οι Γάλλοι κωμικοί σαρκάζουν την προφορά τους και λένε «έτσι μιλάμε κανονικά, δεν είναι κωμικό τέχνασμα». Στην Ευρώπη έχουμε πολύ καλή αίσθηση της ευρωπαϊκής πολυμορφικής κουλτούρας. Ξέρουμε ότι οι Σκανδιναβοί είναι λίγο έτσι, οι Γερμανοί λίγο αλλιώς, άρα είναι εύκολο να παίξεις με τα στερεότυπα. Οι Αμερικάνοι με δυσκολεύουν, γιατί συνήθως έχουν άγνοια για το πώς είναι τα πράγματα στον υπόλοιπο κόσμο. Ας πούμε, έχουν πολλά αστεία για το κόστος της υγείας ή την οπλοκατοχή. Συχνά εστιάζουν σε στερεότυπα που ισχύουν μόνο στη χώρα τους και δεν το συνειδητοποιούν. Βέβαια, οι τοπ Αμερικανοί κωμικοί είναι εξαιρετικοί, όπως ο Άντονι Τζέσελνικ, o Louis C.K., ή η Μισέλ Γουλφ που τον μισό χρόνο ζει πλέον στη Βαρκελώνη και το χιούμορ της έχει πλησιάσει πιο κοντά στο λεγόμενο ευρωπαϊκό.
-Τι σημαίνει πιο «ευρωπαϊκό»; Σημαίνει και πιο παγκόσμιο, γιατί οι Αμερικανοί δεν ταξιδεύουν όσο οι Ευρωπαίοι, δεν συναναστρέφονται τόσες κουλτούρες και δεν έχουν την ίδια συναίσθηση του υπόλοιπου κόσμου. Είναι κάπως αυτοαναφορικό το χιούμορ τους κι εμένα ενίοτε μού φαίνεται και λιγάκι ξεπερασμένο. Από την άλλη, έχουν φτάσει σε σημείο να μπορούν να συζητάνε πολύ πιο άνετα θέματα που ιδίως στην Ελλάδα φοβόμαστε να ακουμπήσουμε, όπως αρρώστιες, αναπηρίες, σωματικές λειτουργίες. Σημαντική παράμετρος είναι ότι στην Αμερική το stand-up είναι μέρος της κουλτούρας πριν ακόμη τα μέσα του 20ού αιώνα. Στα δικά μας μέρη ήρθε σχετικά πρόσφατα.
–Ποια η γνώμη σου για Ευρωπαίους κωμικούς, όπως ο Ρουμάνος Βίκτορ Πατρασκάν, που αυτοσχεδιάζει σε πραγματικό χρόνο; Για μένα ο Βίκτορ είναι έμπνευση. Είχα δοκιμάσει κι εγώ πριν τρία χρόνια να παίζω χωρίς να έχω βάση, όχι όσο ο Βίκτορ βέβαια, αλλά και πάλι με κούραζε πολύ. Αν δεν κάνω λάθος, ο Βίκτορ βρίσκεται τώρα στον 5ο χρόνο που δεν έχει βάση. Έχουμε γίνει καλοί φίλοι, του ανοίγω τις παραστάσεις όταν έρχεται στην Ελλάδα, παίζουμε πού και πού μαζί και ανταλλάσσουμε μηνύματα. Του αρέσει πολύ η Κύπρος, έρχεται κι εδώ. Μάλιστα, είναι ο μόνος κωμικός που έχει παίξει και στα κατεχόμενα.
-Τον είδα σε βίντεο να σατιρίζει τη στάση των Τουρκοκυπρίων απέναντι στην εισβολή… Ξεκάθαρα, δεν μασάει. Είναι ενδεικτικό ότι από τη Γεωργία τον απέλασαν και δεν του επιτρέπουν να ξαναπάει. Επίσης, έχει παίξει σε Ιορδανία, Λίβανο κι ήταν έτοιμος να πάει και στη Συρία, αλλά αναγκάστηκε να το ακυρώσει μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Εδώ και καιρό, αναζητεί τρόπο να κάνει παράσταση και στη Γάζα. Είμαι σίγουρη ότι θα τον βρει.
-Το stand-up στην Ελλάδα έχει ωριμάσει, ή απλώς υπάρχουν περισσότερα μικρόφωνα; Έχει ωριμάσει. Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν εντυπωσιακή ποικιλομορφία συγκριτικά με το μέγεθος της χώρας. Έχω παρακολουθήσει σε πολλές χώρες και στην Ελλάδα με εντυπωσιάζει πόσα διαφορετικά είδη stand-up παρουσιάζονται από δύο χούφτες ατόμων. Και στην Κύπρο υπάρχει ποικιλία, μερικοί κάνουν και αγγλόφωνο stand-up, όπως ο Γιώργος Κυριάκου. Ο Λούης Πατσαλίδης κάνει κωμωδία σχεδόν 20 χρόνια τώρα. Η Κύπρος έχει πολύ ταλέντο και δεν υπολείπεται σε χιούμορ. Όποτε έρχομαι, αν προλαβαίνω, πηγαίνω να δω και παραστάσεις.
-Στην αμηχανία πόσο χώρο δίνεις; Σου παγώνει το αίμα ή τη χρησιμοποιείς κιόλας; Η αμηχανία που δημιουργώ εγώ επίτηδες προφανώς μ’ αρέσει, την ελέγχω, την τραβάω όσο μπορώ για να βγάλει και γέλιο μετά. Η αμηχανία που δημιουργείται από μόνη της, επειδή έχει «σφίξει» το κοινό, είναι δύσκολη. Αυτή πρέπει να τη σπάσεις γρήγορα. Είναι μεγάλη πρόκληση και το να εφευρίσκεις τρόπους για να τη σπάσεις σε κάνει καλύτερο κωμικό κιόλας.
-Τελικά το χιούμορ σε φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους ή σε προστατεύει; Και τα δύο. Σίγουρα σε φέρνει πιο κοντά. Πιστεύω πως όταν γελάς φουλ, όταν κρατάς την κοιλιά σου από τα γέλια, «ανοίγεις». Γίνεσαι πιο ζεστός, πιο ευχάριστος, φτιάχνεις καλύτερες σχέσεις, φιλίες, έχεις καλύτερη ενέργεια. Παράλληλα, αν συμβεί κάτι δυσάρεστο και μπορείς να το διακωμωδήσεις αυτό όχι μόνο σε προστατεύει, αλλά αλλάζει τελείως τη ματιά σου προς το συμβάν. Με κάποιον τρόπο το εξορκίζει. Το λέω εκ πείρας.
- INFO: «Χάρηκα!» με την Κατερίνα Βρανά. Λεμεσός: Λανίτειο Θέατρο, 24/4 9μ.μ. Λευκωσία: Σατιρικό Θέατρο, 25/4 6.30μ.μ. & 9μ.μ. ticketmaster.cy
Ελεύθερα, 19.4.2026