Ζεκί Αλί – Ζενάν Σελτσιούκ, «Ο Σοφός κι ο Επαναστάτης», εκδόσεις Διάνοια, 2025.
Ολοένα και περισσότεροι Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες νιώθουν την ανάγκη να παρουσιάσουν το έργο τους και στο ελληνόφωνο κοινό. Οι ποιητές Ζεκί Αλί και Ζενάν Σελτσιούκ επέλεξαν να εμφανιστούν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με ένα συλλείτουργο ανθολόγησης ποιημάτων τους σε μετάφραση της Αγγελικής Δημούλη. Αμφότεροι, έδωσαν έμφαση στα κυπρολογικής υφής ποιήματά τους, διότι, προφανώς, τους ενδιαφέρουν περισσότερο οι Ελληνοκύπριοι δυνητικοί αναγνώστες τους.
Ο Ζεκί Αλί γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1951 και το 1973 μετανάστευσε, για μια εικοσαετία, στον Καναδά. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα. Στην ποίησή του κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, μια βαθιά αίσθηση εντοπιότητας, αλλά και εύτολμες πολιτικές νύξεις.
Ο Ζενάν Σελτσιούκ γεννήθηκε το 1974 στο χωριό Σταυροκόννου της επαρχίας Πάφου. Η ποιητική γραφή του διακρίνεται για την ανατρεπτικότητα – καυστικότητά της, ενώ τα κυπρολογικά ποιήματά του ξεχωρίζουν για την αυστηρή κριτική τους ματιά. Είναι σχετικά ολιγογράφος με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές.

Ο πρεσβύτερος Ζεκί Αλί συχνά εκπλήσσει με την παραστατικότητα αλλά και την υπερβατικότητα των εικόνων του: «Ένα πουλί πέταξε / ήμασταν oι σκιές / των φτερών που έπεσαν στο έδαφος…». (σελ. 9)
Ο ερωτισμός στην ποίηση του Ζ.Α. συνδυάζεται με ανεπιτήδευτο αισθησιασμό, γεύσεις, χρώματα και αρώματα που ξυπνούν τις αισθήσεις: «…η γλυκιά οξύτητα / του ροδιού / και το μέλι του σύκου / θα αποχαιρετήσει τη γλώσσα μου / και το κάλεσμα του δέρματός σου / θα σβηστεί από τη μαβιά σκιά των χειλιών μου». (σελ. 10)
Κι αφού γράφει ερωτική ποίηση, ουδόλως τυχαία, υμνωδεί ελεγειακά και τη θεά του έρωτα. Μάλιστα, μ’ ένα πολύ εμφανές στίγμα εντοπιότητας: «Στις ανεμοδαρμένες ακτές της Πάφου / ήταν ανύπαρκτη, αλλά ήταν εκεί. / Αφροδίτη, στους πιο λευκούς αφρούς! / Αφροδίτη, νερό που φιλάει τον ουρανό! / Αφροδίτη, άμμος και πέτρα, σχηματισμένες από τον χρόνο! / Αφροδίτη, μάρμαρο και μύθος! Αφροδίτη, μπλε βαθύ!». (σελ. 11)
Το πολιτικό στίγμα στην ποίηση του Ζ.Α. είναι διάφανο ευκρινές, μονοσήμαντο και τολμηρό. Ο λόγος του είναι καθαρός, χωρίς αμφισημίες ή πολυσημίες, με στιβαρά και σταθερά μηνύματα: «Ρίξε την προκατάληψη / για να βρούμε την κοινή ψυχή όλων μας. / Σιγά – σιγά, / ανακαλύψτε τη μεγαλύτερη διαφορά / που στήνει σύνορα ανάμεσά μας / μεγάλες ιδιοκτησίες / μεγάλες καρέκλες με μεγάλους τοίχους γύρω τους». (σελ. 12)
Ασφαλώς, η ποίηση του Z.A. είναι διάσπαρτη και από αυτοαναφορικά στοιχεία. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς σε μια ποίηση, κατά βάση, βιωματική. Εδώ ο Ζ.Α. συνδυάζει την ποιητική με την αυτοαναφορικότητα: «Έγινα ένας ερημίτης της νύχτας των τραγουδιών / τα κομμάτια μου θα βρεθούν σε ανολοκλήρωτα ποιήματα». (σελ. 24)
Βέβαια, στην ποίησή του συναντά κανείς και αμιγώς ποιητολογικές αναφορές: «Καθώς ο ουρανός ροκανίζει τα κόκκαλα των ποιητών… / ένα τραγούδι ταξιδεύει από τη μια ψυχή στην άλλη». (σελ. 35)
Συνεχίζουνε τώρα την περιδιάβασή μας στους στίχους του νεότερου Ζενάν Σελτσιούκ. Σε μεγάλο βαθμό, η ποίησή του μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτική. Οι επισημάνσεις του είναι καίριες, ουσιαστικές και ουδόλως ανώδυνες: «Η ιστορία είναι ένα ξυπόλητο παιδί / που στέκεται στο πεζοδρόμιο του πολιτισμού… / Σε μια χώρα δίχως σημαία, / κρατάει μια σημαία στο χέρι του που δεν έχει χώρα». (σελ. 40)
Στα αμιγώς κυπρολογικά ποιήματά του ο Ζ.Σ. λέει πράγματα που ουδόλως ηχούν ευχάριστα, καθώς αναδεικνύει πικρές και οδυνηρές αλήθειες. Δεν κατατρύχεται από τις «αλήθειες» κανενός εθνικού αφηγήματος. Στο ποίημά του που τιτλοφορείται «Αμμόχωστος», λέει: «Με στρατιωτική επιχείρηση / απομάκρυναν τις ωοθήκες της. / Τώρα, ένας ανέφελος ουρανός οι συνουσίες μας. / Τυλίγει το μαντήλι της από τις επάλξεις, / γύρω από το λαιμό, / για να κρύψει τους μώλωπες / απομεινάρια των βιασμών της ιστορίας». (σελ. 44)
Στο ίδιο θεματικό μοτίβο, αλλά και με την ίδια οπιτική γωνία θέασης, ακολουθεί το ποίημα που φέρει τίτλο «Η χουρμαδιά»: «Είμαι ένα δέντρο, μια χουρμαδιά / σε ένα νεκροταφείο της Μεσαορίας. / Πολιτισμοί θάβονται στη σκιά μου, / τα οστά τους, οι ρίζες μου… / … Ήμουν μαθητευόμενος / στην Αφροδίτη την άνοιξη / στον Ζήνωνα τον χειμώνα». (σελ. 45)
Ο λόγος του Ζ.Σ. είναι εκθειαστικός για τους ποιητές του τόπου. Και πάντα με μια επίγευση εντοπιότητας: «Σε αντίθεση με τα ρυάκια / που τρέχουν μόνο το χειμώνα, / οι ποιητές της Κύπρου / πλημμυρίζουν όλες τις εποχές, / μιμούνται τα ρυάκια!». (σελ. 56)
Αντιθέτως, ο λόγος του γίνεται καυστικός, χλευαστικός, διαπομπευτικός, όταν ψέγει, όταν κρίνει και επικρίνει την υποκρισία και την πόζα, την επιτήδευση, την επιδεικτική ευμάρεια. Ειδικά μέσα στο αστικό τοπίο, μέσα σε όλα όσα τον ενοχλούν, η δημοσιολογική του έφεση γίνεται χειμαρρώδης: «Μπες στην πρώτη εκκλησία που θα βρεις / άναψε ένα κερί ακόμα… / Φίλησε τις λιπαρές εικόνες / (μην ανησυχείς / το κρυολόγημά σου δεν είναι μεταδοτικό, Θεέ μου / Ο Θεός τις έχει εμβολιάσει)… / …εξαγνισμένη / πήγαινε για ψώνια: / διάλεξε γούνες για τον εαυτό σου / μπότες μέχρι το γόνατο… / …Αυτοί οι ενοχλητικοί καθρέφτες / (πάρτε τους, γρήγορα!) πρέπει να αρχίσεις δίαιτα / δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο… / …θα αργήσεις / για την περιποίηση προσώπου… / Μπορείς να ανάψεις ακόμα ένα κερί / για τους πεινασμένους, τους νεκρούς / όταν γυρίσεις σπίτι…”. (σελ. 63 – 65)
Βεβαίως, οι στίχοι του Ζ.Σ. έχουν και ενδοσκοπική υφή. Τα μηνύματά του είναι βαθιά, παραστατικά και ευθύβολα. Επιλέγω να ολοκληρώσω την παρουσίασή μου με αυτούς: «Ο δρόμος είναι η ερωμένη μου… /…Και όταν νοσταλγώ το σπίτι, / μου ψιθυρίζει στ’ αυτί / ‘θυμήσου’, είναι τρομακτικό να φεύγεις, αλλά σκέτη αυτοκτονία να μένεις!». (σελ. 41)