Γιατί οι νομικοί όροι παραμένουν τόσο περίπλοκοι; Η τεχνολογία απειλεί την ελληνική γλώσσα; Και γιατί η κυπριακή διάλεκτος μοιάζει να κουβαλά ένα ιδιαίτερο ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο; Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Εισαγωγή στη Νομική Γλωσσολογία», ο Γιώργος Β. Γεωργίου μιλά στον «Φ» για τη γλώσσα ως μηχανισμό εξουσίας, χειραγώγησης ή διεκδίκησης δικαιωμάτων.
–Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με τη Νομική Γλωσσολογία; Ασχολούμουν με τον κλάδο από τότε που έκανα το διδακτορικό μου, επιλέγοντας το θέμα της χρήσης της γλώσσας στο δικαστήριο σε σχέση με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου. Μπήκα τότε στον κόσμο της Νομικής Γλωσσολογίας, που πλέον είναι ένας καθιερωμένος κλάδος με δικό του διεθνή σύνδεσμο. Οτιδήποτε φέρνει σε επαφή τη γλώσσα με τον νομικό κόσμο, είναι αντικείμενο της νομικής γλωσσολογίας. Κι αν λάβει κανείς υπόψη ότι η νομική είναι επιστήμη των λέξεων, όλα καταλήγουν στη γλώσσα. Το δικό μου βιβλίο, και το λέω με περηφάνια, είναι το πρώτο που γράφεται στα ελληνικά ως εισαγωγή στον κλάδο. Στα αγγλικά υπάρχουν αρκετές σημαντικές δουλειές και τώρα καλύπτεται ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία.
–Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να αξιοποιηθεί ένας νομικός γλωσσολόγος; Πλέον είναι διαδεδομένο, κυρίως στο εξωτερικό, να καλούνται ως μάρτυρες στα δικαστήρια για να χρησιμοποιηθεί η εμπειρογνωμοσύνη τους σε ένα ευρύ πεδίο. Όπως στο αν ένα κείμενο είναι αυθεντικό ή όχι, όχι γραφολογικά, αλλά εξετάζοντας υφολογικά στοιχεία ή επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Αυτά χρησιμοποιήθηκαν στο εξωτερικό εκτενώς, από σημειώματα αυτοκτονίας μέχρι διαθήκες. Υπάρχουν και τα ιδεολογικά ζητήματα στη χρήση της γλώσσας, όπως για εμπορικά σήματα, όπου τίθεται ζήτημα για το ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει τι και με ποιον τρόπο και αν παραβιάζονται δικαιώματα.
–Υπάρχουν παραδείγματα όπου η γλώσσα καθόρισε ουσιαστικά την έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης; Έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τα ζητήματα λογοκλοπής. Ένα γνωστό παράδειγμα ήταν όταν ο Κύπριος συγγραφέας Κώστας Σωκράτους είχε ισχυριστεί ότι ο Ουμπέρτο Έκο είχε αντιγράψει τη δομή ενός δικού του βιβλίου για το «Όνομα του Ρόδου». Το δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε ζήτημα λογοκλοπής, αφού εφαρμόστηκαν κανόνες νομικής γλωσσολογίας για να διαφανεί αν ίσχυαν οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου, που φαίνονταν αρχικά να είχαν κάποια βάση. Σε άλλη περίπτωση, στην Αμερική, τέθηκε το ζήτημα σε ένα αεροπορικό δυστύχημα αν οι πιλότοι ήταν μεθυσμένοι και ο γλωσσολόγος μέσω του μαύρου κουτιού ανέλυσε τη συνομιλία, για το πώς θα επηρεαζόταν η γλώσσα αν είχαν πράγματι καταναλώσει αλκοόλ.
–Η γλώσσα, αναφέρετε στην εισαγωγή του βιβλίου σας, λειτουργεί και ως μηχανισμός εξουσίας… Η επαφή της γλώσσας με το νομικό σύστημα είναι κάτι συναρπαστικό, ακριβώς γιατί αποκαλύπτει το πώς λειτουργεί η γλώσσα σε ένα επίπεδο που δεν υποψιαζόμαστε. Νομίζουμε ότι η γλώσσα αποτελεί απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας, ενώ αποδεικνύεται ότι είναι ένα εργαλείο εξουσίας, τόσο στη νομική, όσο και στην πολιτική, τη διπλωματία, ακόμα και στην καθημερινότητα. Το πώς, δηλαδή, προσπαθούμε να επιβληθούμε στον συνομιλητή μας μέσα από γλωσσικούς μηχανισμούς.
-Γιατί αφορά τον μέσο πολίτη αυτή η γνώση; Είναι ένα είδος ενεργούς πολιτειότητας να καταλαβαίνεις πώς λειτουργεί η κοινωνία σε σχέση με ένα σύστημα που ρυθμίζει τη ζωή σου. Ο απλός πολίτης πρέπει να ξέρει βασικά νομικά κείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή, γιατί αν δεν κατανοεί τους μηχανισμούς, γίνεται θύμα εκμετάλλευσής. Πολλές φορές, ζούμε την καθημερινότητά μας, ενώ δίπλα μας εξελίσσεται ο κόσμος με έναν τρόπο που εμείς δεν κατανοούμε και αυτό καταλήγει να αποτελεί πρόβλημα για τις σύγχρονες κοινωνίες. Ότι, δηλαδή, μας διοικεί η παγκοσμιοποίηση με έναν τρόπο αχανή, αδιόρατο, και εμείς είμαστε τα θύματά αυτής της διαδικασίας. Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι η γνώση.
–Η νομική γλώσσα έχει απλοποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν; Υπάρχει μέχρι και διεθνές κίνημα, μια προσπάθεια στους κόλπους της νομικής γλωσσολογίας, που ονομάζεται «Κίνημα απλοποίησης της νομικής γλώσσας», ούτως ώστε να απλοποιηθεί σε βαθμό που να γίνεται κατανοητή από τον μέσο άνθρωπο. Δεν εννοούμε απλοϊκότητα, αλλά να χρησιμοποιεί δομές της γλώσσας που να γίνονται κατανοητές για να αποφεύγονται οι πολύ δυσνόητοι, εξειδικευμένοι όροι που πολλές φορές δεν εξυπηρετούν το νόημα, αλλά αντίθετα το συσκοτίζουν.
–Ποιοι επωφελούνται από αυτή την πολυπλοκότητα; Στην ξένη βιβλιογραφία αναφέρεται ό,τι βολεύει τους διάφορους λειτουργούς του νόμου, όπως τους δικηγόρους, να υπάρχει ένα συγκεκριμένο κλειστό σύστημα επικοινωνίας, το οποίο με κάποιο τρόπο δείχνει να εξασφαλίζει τα επαγγελματικά τους προνόμια. Αν δεν γνωρίζεις αυτού του είδους τη γλώσσα, δεν μπορείς να είσαι μέρος του συστήματος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι δικηγόροι δεν ενδιαφέρονται να έχουν καλή επαφή με τους πελάτες τους, αλλά είναι ένα ευρύτερο ιδεολογικό ζήτημα. Και δεν αφορά μόνο τους δικηγόρους, αλλά πολλές επαγγελματικές ομάδες -ονομάζονται επαγγελματικές διάλεκτοι/ αργκό επαγγελματικές- τείνουν να χρησιμοποιούν εξειδικευμένη ορολογία και ένας από τους λόγους είναι ότι υπερασπίζονται τα επαγγελματικά τους συμφέροντα. Γίνεσαι μέλος ενός κλειστού κλαμπ, που αν δεν έχεις τη γνώση όλων αυτών των κωδίκων, δεν μπορείς να τους χρησιμοποιήσεις, άρα αυτοί που μπορούν να το κάνουν είναι σε πλεονεκτική θέση.
–Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες των ελληνικών στη νομική γλωσσολογία; Κάθε γλώσσα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Η ελληνική, βεβαίως, ακριβώς και λόγω της μακραίωνης πορείας της, παντρεύει δύο παραδόσεις, τη λόγια παράδοση, αυτό που συνηθίσαμε να λέμε καθαρεύουσα, και τη δημοτική, δίνοντάς μας αυτό που ονομάζουμε κοινή ελληνική. Προσθέτει επιπλέον ζητήματα στη χρήση της γλώσσας, ακριβώς επειδή στον χώρο της νομικής διαμορφώθηκε μέσα από ζυμώσεις που πάνε πολύ πίσω στον χρόνο. Τελικά, καταλήξαμε σε μια εξειδικευμένη χρήση της γλώσσας που περιλαμβάνει και πολλά λόγια στοιχεία.
–Γιατί δεν έχουν μεταφερθεί ακόμα στη δημοτική; Με τα χρόνια, άρχισαν να αντικαθίστανται υπερβολικά εξειδικευμένοι λόγιοι νομικοί τύποι με τύπους που είναι πιο κοντά στη σύγχρονη. Χρειάζεται, όμως, πολλή προσοχή, ακόμα και στο πλαίσιο της ίδιας γλώσσας, γιατί δεν μεταφέρεις μια λέξη, μεταφέρεις μια έννοια, που πολλές φορές έχει διαφορετικές νομικές συνέπειες. Πρέπει να λάβεις υπόψη το νομικό πλαίσιο, αλλά και τις συνυποδηλώσεις, ποιο βιωματικό φορτίο κουβαλά η κάθε λέξη. Για παράδειγμα οι λέξεις φυλακές και μπουντρούμια, που κανονικά είναι συνώνυμες, αλλά έχουν διαφορετικό βιωματικό φορτίο. Η μια είναι μέρος του επίσημου λεξιλογίου και η άλλη κουβαλά συγκεκριμένα συναισθήματα που συνδέονται με κακουχίες. Ή η ζημιά και η ζημία που έχουν κωδικοποιηθεί με τέτοιο τρόπο στα νομικά κείμενα, σε βαθμό που αν δεν πεις ζημία και πεις ζημιά, τα έννομα αποτελέσματα μπορεί να είναι διαφορετικά.
–Η γλώσσα χαρακτηρίζεται ως «ζωντανός οργανισμός». Πώς κρίνετε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας; Είναι ωραία ως φράση το ότι η γλώσσα είναι «ζωντανός οργανισμός», στην πραγματικότητα όμως η γλώσσα είναι πιο πολύ θεσμός παρά «οργανισμός». Διέπεται από κανόνες, οι οποίοι ειδικά στον προφορικό λόγο μοιάζουν να είναι απροσδιόριστοι, αχανείς, όμως ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Η ακραία κινδυνολογία ότι η γλώσσα θα καταστραφεί, δεν στέκει επιστημονικά. Δεν λέω ότι σήμερα δεν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα, κυρίως λόγω της παγκοσμιοποίησης, της χρήσης της τεχνολογίας και του γεγονότος ότι οι άνθρωποι τείνουν να διαβάζουν όλο και λιγότερο. Η λογική, όμως, ότι η γλώσσα φθίνει είναι μια αντίληψη που ξεκινά σχεδόν από την αρχαιότητα. Υπάρχει, μάλιστα, μια κωμική ιστορία ότι την εποχή του χαλκού οι άνθρωποι μεμψιμοιρούσαν ότι η γλώσσα ήταν πολύ πιο ωραία την εποχή του λίθου και ότι πλέον έχει καταστραφεί. Αυτό, δηλαδή, μας λέει πως πάντα είχαμε την τάση να ερμηνεύουμε ως γλωσσική φθορά τη γλωσσική εξέλιξη. Είναι, όμως, δομικό της στοιχείο. Θα αλλάξουν φράσεις, τύποι και κάποια πράγματα που φαίνονται να είναι λάθη τελικά μπορεί να επικρατήσουν, στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης.
–Μια λανθασμένη χρήση, δηλαδή, μπορεί να γίνει τελικά σωστή; Ο Πίτερ Μάκριτζ, ένας από τους διασημότερους Άγγλους νεοελληνιστές, είπε: «Να έχετε υπόψη ότι τα λάθη του σήμερα, πολύ συχνά γίνονται τα σωστά του αύριο». Πρώτα-πρώτα, επειδή τα ελληνικά είναι μια παλιά γλώσσα, λέξεις μπορεί να διατηρήθηκαν, αλλά να άλλαξαν σημασία. Αν πει κάποιος τη λέξη «υπουργός» προφανώς αναφέρεται στον ανώτατο αξιωματούχο. Στα αρχαία ελληνικά, όμως, υπουργός ήταν ο χειρωνάκτης, ο δούλος. Περνούμε σε φάσεις που θεωρούμε ότι φράσεις ή λέξεις λανθασμένες, μετά πως είναι ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι μέχρι που το πρώην λάθος γίνεται σωστό, ακριβώς γιατί η γλώσσα έχει ανάγκη να αποκαταστήσει μηχανισμούς. Να θυμηθούμε και τους μεγάλους λογοτέχνες μας που κατασκεύαζαν ανύπαρκτες λέξεις. Όταν ο Καβάφης έγραφε το ρήμα «επέστρεφε» ήταν μια προστακτική «λανθασμένη», αφού κανονικά έπρεπε να είναι «επίστρεφε». Δεν θα πούμε ότι ο Καβάφης κατάστρεψε τη γλώσσα, διότι χρησιμοποιεί με λάθος τρόπο την προστακτική! Ούτε θα κατηγορήσουμε τον Ελύτη που έγραψε «τιβίσματα» εννοώντας «τιτιβίσματα».
–Οι slang εκφράσεις μπορούν να θεωρηθούν μέρος της γλωσσικής εξέλιξης; Η εμπειρία δείχνει πως αυτές οι εκφράσεις κάνουν κύκλο, πολλές φορές χάνονται για να αντικατασταθούν από άλλες, ως μόδα της εποχής. Η χρήση αυτών των εκφράσεων γίνει κυρίως από τους νέους ως μηχανισμός διαφοροποίησης. Θέλουν να κάνουν ένα είδος επανάστασης που συχνά γίνεται και μέσα από τη γλώσσα, υιοθετώντας ιδιαίτερες γλωσσικές φόρμες, τις οποίες εγκαταλείπουν μεγαλώνοντας. Κάποιος, μάλιστα, θα έλεγε ότι τέτοιου είδους λέξεις ή εκφράσεις μπορεί και να εμπλουτίσουν τη γλώσσα, να προσθέτουν στοιχεία έκφρασης όταν γίνονται με έναν επιτυχή τρόπο, άρα όχι μόνο δεν συνιστούν καταστροφή αλλά εμπλουτισμό της.
–Η κυπριακή διάλεκτος θεωρείτε πως κουβαλά ένα ιδιαίτερο φορτίο; Ασφαλώς και κουβαλά συγκεκριμένες συνυποδηλώσεις – είναι σημαντικό μέρος της ταυτότητάς μας. Οι διάλεκτοι θεωρούνται πιο βιωματικές, είναι οι μητρικές παραλλαγές, η γλώσσα που έμαθες από τη μάνα σου που συνδέεται με τα μύχιά μας, τα συναισθήματά μας, γι’ αυτό και προφανώς όταν θα κάνουμε χιούμορ ή θα ειρωνευτούμε θα το κάνουμε στην κυπριακή. Φάνηκε, όμως, ότι η κυπριακή παίζει κι άλλους ρόλους, εξουσιαστικούς. Τη χρησιμοποιούν στο δικαστήριο, για παράδειγμα, επί τούτου, για στρατηγικούς λόγους, ως μηχανισμό «αποκάλυψης της αλήθειας». Μιλούν «τη γλώσσα της καρδιάς», όπως λέμε οι γλωσσολόγοι. Κάτι που κάνουν και οι πολιτικοί. Όταν απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό, πολλές φορές κάνουν εναλλαγή κώδικα συνειδητά, από την κοινή ελληνική στην κυπριακή, επειδή ξέρουν ότι θα λειτουργήσουν τα αντανακλαστικά του κόσμου, θα νιώσουν ότι είναι «δικοί τους άνθρωποι». Άρα, λοιπόν, η κυπριακή έχει όλες αυτές τις ιδεολογικές χρήσεις και γι’ αυτό τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται εκτεταμένα και σε διαφημίσεις που στοχεύουν στο συναίσθημα.
-Βλέπουμε, όμως, τη χρήση της και ως έκφραση μιας αντίληψης που προτάσσει μια διακριτή κυπριακή ταυτότητα… Κάποιοι χρησιμοποιούν την κυπριακή και με αυτό τον τρόπο. Ένα είδος οχήματος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική ταυτότητα, προβάλλοντας την κυπριακή ως μια διαφορετική γλώσσα. Αυτό όμως, πια, δεν είναι γλωσσολογική συζήτηση αλλά πολιτική, η οποία είναι βέβαια στο τραπέζι. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα από όλο τον κόσμο, που τα βλέπουμε να επαναλαμβάνονται. Για παράδειγμα στην Κίνα, ενώ έχουν εκατοντάδες γλώσσες, ισχυρίζονται ότι είναι παρακλάδια γιατί τους ενδιαφέρει η εθνική συνοχή. Ενώ από την άλλη, με τα αυστριακά που γλωσσολογικά αποτελούν διάλεκτο της γερμανικής, συμβαίνει το αντίθετο. Βλέπετε, λοιπόν, πως η πολιτική παίζει μεγάλο ρόλο στο να αποφαινόμαστε τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος.
- Info: H παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Β. Γεωργίου «Εισαγωγή στη Νομική Γλωσσολογία: Η χρήση της γλώσσας στο νομικό σύστημα» θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 5 Ιουνίου στις 7μ.μ, στην Αίθουσα Τελετών Πολιτιστικού Ιδρύματος «Αρχάγγελος» της Μονής Κύκκου στη Λευκωσία.
Ελεύθερα, 31.05.2026