Νέα δίκη, που άρχισε στις 5 Μαΐου, για κατ’ ισχυρισμόν προσηλυτισμό, η τρίτη στη σειρά, απασχολεί τη Δικαιοσύνη και την Εκκλησία της Κύπρου στην οποία εμπλέκονται η μητρόπολη Λεμεσού και το όνομα του μητροπολίτη Αθανασίου, καθώς και η μονή Μαχαιρά και το όνομα του ηγουμένου της Επιφανίου.
Την υπόθεση (αγωγή) καταχώρησαν το 2016 οι Ελισάβετ και Παναγιώτης Νικολάου, γονείς μοναχού, ζητώντας από το Δικαστήριο να διατάξει όπως οι εναγόμενοι (μητροπολίτης Λεμεσού και ηγούμενος Μαχαιρά), «αφήσουν ελεύθερο τον υιό τους» ο οποίος είναι μοναχός στη μονή Μαχαιρά. Περαιτέρω, ανάμεσα σε άλλα, διεκδικούν αποζημιώσεις μεταξύ €500.000-€2.000.000.
Η διαφορά της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση με τις προηγούμενες (οι οποίες κατέληξαν με την αθώωση του μητροπολίτη Λεμεσού), έγκειται στο ότι στην προκειμένη περίπτωση η οικογένεια του μοναχού υποστηρίζει πως ο επηρεασμός του από κύκλους του μητροπολίτη Λεμεσού άρχισε στην ηλικία των 15 ετών, δηλαδή, ενόσω ήταν ανήλικος.
Τα όσα κατέθεσε υπό μορφή δήλωσης στο Δικαστήριο η μητέρα του μοναχού (ενώπιον του Δικαστηρίου) είναι συγκλονιστικά. Αναφέρεται, πως όταν αυτός έφυγε και εγκαταστάθηκε στη μονή Μαχαιρά βρήκε σημειώσεις του από την ανάγνωση των οποίων διαπιστώνεται πως κατέγραφε τις συνομιλίες και τις επαφές του με τον μητροπολίτη Λεμεσού. Ο ίδιος ο γιος της, ο οποίος γεννήθηκε στις 24/6/1981, φέρεται να της είπε αργότερα, πως θα χρησιμοποιούσε τις σημειώσεις για να γράψει τη βιογραφία του μητροπολίτη.
Σύμφωνα πάντα με τη δήλωση της μητέρας, στην Γ΄ τάξη του Γυμνασίου, όταν ο γιος της βρισκόταν σε ηλικία 15 ετών, άρχισε σταδιακά ο επηρεασμός της σκέψης και της βούλησης του. Τότε, είχε άριστους βαθμούς και επιδόσεις και απασχολείτο καθημερινά με δραστηριότητες όπως μουσική, στίβο και ποδόσφαιρο. Με το ποδόσφαιρο, ασχολήθηκε αρκετά και υπήρξε ποδοσφαιριστής της Ανόρθωσης. Διετέλεσε μέλος της ΝΕ.ΔΗ.ΣΥ. και γενικά ήταν ιδιαίτερα κοινωνικό παιδί. Είχε δε πολλούς φίλους με τους οποίους έβγαιναν σε διάφορες κοινωνικού ενδιαφέροντος εξόδους.
Μέχρι τα 15 του χρόνια δεν είχε τακτική επαφή με την Εκκλησία και ουδέποτε είχε επιδείξει ενδιαφέρον για να εμβαθύνει σε θέματα σχετικά με την Εκκλησία ή τον μοναχισμό. Όταν ήταν στο δημοτικό, πήγαινε στο κατηχητικό και κάποιες φορές την Κυριακή παρακολουθούσε τη θεία λειτουργία.
Μετά τα 15 του, ο μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος και ο ηγούμενος Μαχαιρά Επιφάνιος φέρονται, σύμφωνα πάντα με τον ισχυρισμό της μητέρας, να ξεκίνησαν σταδιακά να επεμβαίνουν κατά τρόπο παράνομο και αθέμιτο στη προσωπικότητα του. Για τη συγκεκριμένη πτυχή, η μητέρα του μοναχού αναφέρει και τα ακόλουθα:
«Ειδικότερα, όχι μόνο εμπόδισαν τον υιό μου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική αλλά και κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί (στις ΗΠΑ) τον ανάγκασαν και τον πίεσαν να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με συγκεκριμένο πνευματικό καθοδηγητή, ο οποίος ήταν συνεργάτης του μητροπολίτη Λεμεσού στην Αριζόνα. Επιπλέον, τον έπεισαν ότι δεν μπορεί να έχει σαρκική σχέση με οποιαδήποτε γυναίκα, καθ’ ότι, “αποτελεί τη μητέρα της αμαρτίας”. Περαιτέρω, τον έπεισαν ότι, η επαφή του με την οικογένεια του, πρέπει να είναι ελάχιστη έως και καθόλου. Επιπρόσθετα, επανειλημμένα του τόνιζαν, ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται την οικογένεια του, με το σκεπτικό ότι αυτή βρισκόταν στο στρατόπεδο όπου κυριαρχούν οι δαίμονες και ότι οι γονείς του είναι αμαθείς όσον αφορά τα θεολογικά. Επίσης, τον έκαναν να πιστέψει ότι, μπορεί να γίνει άγιος και ότι είναι μέσα στις δυνατότητες του».

«Υπεύθυνοι για επηρεασμό και χειραγώγηση»
Με τη δήλωση υποστηρίζεται, επίσης, πως ο μητροπολίτης Λεμεσού και ο ηγούμενος Μαχαιρά «είναι υπεύθυνοι και ένοχοι ενός ευρύτερου σχεδίου επηρεασμού και χειραγώγησης» του νυν μοναχού. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη δήλωση, άσκησαν ανεπίτρεπτη επιρροή για να τον πείσουν να ασπαστεί την ιδέα του μοναχισμού και να καταφύγει στη μονή Μαχαιρά.
Περαιτέρω, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι απέκοψαν τον υιό της από τον δεσμό της οικογενειακής σχέσης και τον εμπόδιζαν να έχει οποιαδήποτε επαφή (με την οικογένεια) «παρά μόνο κατόπιν έγκρισης περιορισμένης φύσεως επισκέψεων στη μονή του Μαχαιρά». Την εν λόγω συμπεριφορά οι εναγόμενοι (Αθανάσιος και Επιφάνιος) την υιοθέτησαν και την εφαρμόζουν μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να απομακρύνουν και να αποξενώσουν εντελώς τον υιό μου από την οικογένεια του.
«Ως εκ τούτου», συνεχίζει η μητέρα, «πέτυχαν να χειραγωγήσουν τον υιό μου οδηγώντας τον στον μοναχισμό εμποδίζοντας τον από το να επιστρέψει στην οικογένεια του και να επανενωθεί με τον πυρήνα της. Όπως εύλογα πιστεύω, χρησιμοποίησαν υποσχέσεις και εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες του υιού μου σε χρόνο κατά τον οποίο, λόγω του νεαρού της ηλικίας του και λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε κατέστη επιρρεπής στη διανοητική χειραγώγηση».
Πότε άρχισε η αποστασιοποίηση από την οικογένεια
τη δήλωση της μητέρας καταγράφονται και τα εξής: «Στην Β΄ Λυκείου, σε ηλικία 16-17 ετών, περίπου, ο γιος μου, άρχισε να αποστασιοποιείται από την οικογένεια, να είναι μυστικοπαθής και να εμφανίζει έντονη αλλαγή στην προσωπικότητα του. Η αποστασιοποίηση του κορυφώθηκε με την ένταξη του στη μονή Μαχαιρά (…) Ιερέας της κοινότητας Λυθροδόντας, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του μητροπολίτη Λεμεσού και ο οποίος εξομολογούσε τα παιδιά, τον παρότρυνε να πηγαίνει στη μονή Μαχαιρά. (…) Σε ηλικία 16-17 ετών άρχισε να ακούει ομιλίες του μητροπολίτη Λεμεσού σε κασέτες τις οποίες αναπαρήγαγε και έδινε και σε φίλους του. Κάποιος καθηγητής τον οδήγησε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου ο μητροπολίτης Λεμεσού διοργάνωνε ομιλίες απευθυνόμενος σε νέους (…) Στη Γ΄ Λυκείου, περί το έτος 1999, όταν ο γιος μου ήταν 17-18 ετών, στο υπνοδωμάτιό του οι αφίσες ποδοσφαιριστών αντικαταστάθηκαν από εικόνες αγίων και φωτογραφία του μητροπολίτη Λεμεσού. Ο γιός, μου ανέφερε ότι, ο μητροπολίτης Λεμεσού του είχε πει, ότι μόνο ακούγοντας και διαβάζοντας τις ομιλίες του (ιδίου) και τηρώντας όσα αυτές αναφέρουν, θα κατάφερνε να βρει τον σωστό δρόμο και το νόημα της ζωής του».
Δικηγόροι της οικογένειας είναι ο κ. Σάββας Μάτσας και το γραφείο Μούζουρας και Νεοφύτου.