Μεταφραστής των σημαντικότερων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό. Με αφορμή το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Ελύτη που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία, στο οποίο εκφώνησε την εναρκτήρια ομιλία, τον συναντήσαμε και μιλήσαμε για τις επισκέψεις του στο θρυλικό διαμέρισμα του ποιητή στη Σκουφά, την έλξη που του ασκούσε από παιδί η Ελλάδα, την αίγλη του παρελθόντος και την εποχή μας, από την οποία λείπουν οι μεγάλοι ποιητές, οι συνθέτες, αλλά κυρίως το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο.
Γεννήθηκα στο Σέφιλντ, μια βιομηχανική πόλη της Βόρειας Αγγλίας, με ρίζες ιρλανδικές. Είμαι περήφανος που είμαι Ιρλανδός και θεωρώ πως είναι ένας από τους λόγους που προσαρμόστηκα τόσο εύκολα στην Ελλάδα. Δεν είμαι ο πρώτος που παρατηρεί τις πολλές ομοιότητες ανάμεσα στους δύο λαούς. Τις συναντά κανείς στη μουσική, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τον χορό και το δημοτικό τραγούδι, αλλά κυρίως στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Άνθρωποι συναισθηματικοί, φιλόξενοι, με μια δόση τρέλας στην καθημερινότητά τους.
Η Ελλάδα ταυτίστηκε με τη μοίρα μου, τις πνευματικές μου αναζητήσεις, ήδη από την αρχή της εφηβείας μου. Την είχαμε επισκεφθεί με τους γονείς μου κάποιες φορές, αλλά δεν νομίζω πως ήταν αυτό που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο. Διάβαζα, θυμάμαι, βιβλία ανθρώπων που είχαν αφήσει τα πάντα για να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, όπως έργα του Λόρενς Ντάρελ, που έγραψε και τα «Πικρολέμονα» για την Κύπρο, καθώς και του Πάτρικ Λι Φέρμορ, που είχε διασχίσει πεζός μεγάλο μέρος της χώρας. Ήμουν πολύ ρομαντικός ως νέος και η Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 διατηρούσε ακόμη αυτή την αίγλη, η ζωή ήταν πολύ απλή και η ατμόσφαιρά της μου ασκούσε μια έλξη. Τελικά, μετακόμισα εκεί το 1978, πραγματοποιώντας κάτι που επιθυμούσα από μικρός, και έζησα μεγάλο μέρος της ενήλικης και επαγγελματικής μου ζωής στη χώρα – είκοσι χρόνια στην Αγγλία, σαράντα στην Ελλάδα. Σαν μια ολόκληρη ζωή!
Εκείνα τα χρόνια, δεν υπήρχαν πολλά μεταφρασμένα ελληνικά βιβλίαστα αγγλικά. Κυκλοφορούσε η πρώτη μετάφραση του Καβάφη από τον John Mavrokordatos και του Σεφέρη από τους Keeley και Sherrard. Θυμάμαι, όμως, ότι είχα την τύχη βρω δίγλωσσες εκδόσεις και μου τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον η ελληνική γραφή, το ίδιο το αλφάβητο. Διάβαζα το αγγλικό κείμενο, αλλά το βλέμμα μου επέστρεφε συνεχώς στα ελληνικά, παρόλο που δεν καταλάβαινα λέξη. Υπήρχε κάτι μαγευτικό σ’ αυτή τη γλώσσα, με έκανε να θέλω να τη διδαχτώ, ώστε κάποια μέρα να μπορέσω να διαβάσω όλα αυτά τα ποιήματα στο πρωτότυπο.
Σπούδασα Αρχαία Ελληνικά και συνέχισα με σπουδές στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μέσω των Ελλήνων συμφοιτητών μου, γνώρισα την ελληνική μουσική της εποχής, τον Μαρκόπουλο, τον Σαββόπουλο, τον Λοΐζο, και την ελληνική κουλτούρα. Κάποια στιγμή, ένας φίλος μού χάρισε ένα βιβλίο που είχε τότε μεγάλη απήχηση: το «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου. Γεμάτο εύστοχα αποφθέγματα για την ελληνική ψυχοσύνθεση, με γοήτευσε. Άρχισα να το μεταφράζω στα αγγλικά, αντιμετώπιζα όμως πολλές δυσκολίες εγκαταλείποντας τελικά την προσπάθεια. Η ιστορία, ωστόσο, είχε ευχάριστη κατάληξη. Χρόνια αργότερα, όταν ανέφερα το περιστατικό σε μια συνέντευξη, επικοινώνησε μαζί μου ο ίδιος ο συγγραφέας και με ενθάρρυνε να την ολοκληρώσω. Έτσι κι έγινε! Το βιβλίο εκδόθηκε στα αγγλικά και αποτέλεσε τη βάση για μεταφράσεις σε πολλές ακόμη γλώσσες.
Είχα «οργώσει» την Ελλάδα! Με κάθε ευκαιρία, σε κάθε τέλος εξαμήνου και όλο το καλοκαίρι, έπαιρνα τον υπνόσακό μου και πήγαινα παντού. Για να τη γνωρίσω καλύτερα, αλλά και για να μάθω τη γλώσσα. Ήταν δύσκολο εγχείρημα, αλλά είχα πάθος, μεγάλο πάθος! Διάβαζα κάθε μέρα εφημερίδες, λογοτεχνία έβλεπα τηλεόραση, απέφευγα την αγγλική παροικία στην Αθήνα και έτσι σιγά- σιγά έγινε η γλώσσα που μιλώ καθημερινά, σε βαθμό που μπορώ να εκφράζομαι πιο εύκολα στα ελληνικά πια, παρά στα αγγλικά.
Στον κόσμο της μετάφρασης μπήκα τυχαία. Δεν ήξερα κανέναν και δεν είχα ιδιαίτερες προσδοκίες. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά και δίδασκα αγγλικά στο Βρετανικό Συμβούλιο στην Αθήνα, μια δουλειά που δεν με ικανοποιούσε ιδιαίτερα. Κάποια στιγμή, όταν αντιλήφθηκαν ότι ήμουν γεννημένος στην Αγγλία και γνώριζα καλά τη γλώσσα, άρχισαν να μου ζητούν μεταφράσεις κειμένων και θεατρικών έργων. Έτσι, σιγά-σιγά, άρχισα να μπαίνω όλο και πιο βαθιά στον χώρο.
Ο πρώτος μεγάλος λογοτέχνης που μετέφρασα ήταν ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Συγκινούμαι όταν τον σκέφτομαι. Τον αγαπούσα πολύ και πιστεύω ότι κι εκείνος με αγαπούσε. Βρισκόμασταν συχνά, στην Αθήνα και στη Σπάρτη, τον τόπο καταγωγής του, και είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία. Η ποίησή του, παρότι ορισμένοι τη θεωρούν απλοϊκή, στην πραγματικότητα είναι απλή στην έκφραση αλλά βαθύτατη στο περιεχόμενο. Αυτό είναι και το μεγάλο μεταφραστικό στοίχημα: να αποδώσεις αυτή την απλότητα στα αγγλικά χωρίς να δώσεις την εντύπωση ενός απλοϊκού ποιήματος.
Η συνεργασία μου με τον Ελύτη παραμένει μία από τις πιο αξέχαστες εμπειρίες της ζωής μου. Το 1991 κυκλοφόρησαν τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», μια από τις πιο δυνατές ποιητικές του συλλογές, κατά τη γνώμη μου, παρότι ο ίδιος τότε ήταν 80 ετών. Διαβάζοντάς την, έλεγα συνεχώς ότι αυτό ήταν ένα βιβλίο που ήθελα οπωσδήποτε να μεταφράσω. Χάρη σε μια φίλη, τη θαυμάσια μεταφράστρια Πάολα Μαρία Μινούτσι, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του.

Για δύο ολόκληρα χρόνια τον επισκεπτόμουν στην οδό Σκουφά κάθε Τετάρτη, από τις 7:30 μέχρι τις 9 το βράδυ. Κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων, συζητούσαμε σχεδόν για κάθε λέξη της συλλογής. Αυτή η διαδικασία ήταν μια πραγματική μύηση, όχι μόνο στην ποίηση του ιδίου, αλλά και στην ποίηση γενικότερα. Με αφορμή τα ποιήματα, οι συζητήσεις μας επεκτείνονταν σε ευρύτερα ζητήματα της ποιητικής τέχνης. Ήταν πάντοτε εξαιρετικά γενναιόδωρος μαζί μου, μοιράζοντας απλόχερα τις γνώσεις και τις σκέψεις του. Πάντα παρούσα ήταν και η κυρία Ηλιοπούλου, στην οποία θα είμαι αιώνια ευγνώμων, καθώς συνέβαλλε ουσιαστικά σε αυτόν τον διάλογο.
Το σπίτι το ξέρετε, το ξέρουν όλοι. Ήταν το σπίτι ενός ανθρώπου που είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην ποίηση. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό. Τα αντικείμενα ήταν λιγοστά και εκλεκτά, υπήρχαν κάποιοι πίνακες από φίλους του καλλιτέχνες, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν, θα έλεγα, σχετικά μικρή. Στις 8 ακριβώς ο Ελύτης συνήθιζε να πίνει ένα ουισκάκι, συνοδευόμενο από λίγο τυρί. Ήταν μια μικρή τελετουργία. Έπινα κι εγώ μαζί του – Ιρλανδός, βλέπετε. Μου είχε κάνει εντύπωση, θυμάμαι, που προτιμούσε το Ballantine’s, το οποίο εγώ δεν θεωρούσα ιδιαίτερα καλό ουίσκι. Μια μέρα του πήγα ένα Jameson, ιρλανδέζικο. Αλλά δεν νομίζω πως του άρεσε και πολύ…
Μετά τη γνωριμία μου με τον Ελύτη και τη μετάφραση των «Ελεγείων της Οξώπετρας» άρχισα να ασχολούμαι και φιλολογικά με το έργο του. Στράφηκα κυρίως στα ύστερα έργα του, όπως τα «Ημερολόγια ενός Αθέατου Απριλίου» και τα «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετέφρασα και πολλά από τα δοκίμιά του, από το «Εν Λευκώ» και τα «Ανοιχτά Χαρτιά». Η ενασχόληση με τα κείμενα, τις ιδέες και τις μελέτες του με βοήθησε να κατανοήσω βαθύτερα την ποιητική του.
Οι δυσκολίες στη μετάφραση του Ελύτη; Από πού να αρχίσω; Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια, όπως διαπιστώνετε κι εσείς, είναι τα πολιτισμικά στοιχεία, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχες αναφορές για τον ξένο αναγνώστη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το «Άξιον Εστί», του οποίου η δομή βασίζεται στην άγνωστη για τον μέσο Άγγλο ορθόδοξη λειτουργία. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και γεγονότα, όπως ο Εμφύλιος ή το Έπος της Αλβανίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μόνο μέσω υποσημειώσεων μπορείς να δώσεις κάποιο απαραίτητο πλαίσιο. Ωστόσο, δεν μου αρέσουν οι υποσημειώσεις στην ποίηση, γιατί αποσπούν την προσοχή και βγάζουν τον αναγνώστη από τον κόσμο που το ποίημα προσπαθεί να δημιουργήσει. Υπάρχουν ακόμη λέξεις και έννοιες που δεν έχουν αντίστοιχα νοήματα στα αγγλικά. Λέξεις όπως «λεβέντης», «παλικάρι» ή «αντίδωρο». Πώς να αποδώσεις με ακρίβεια αυτές τις έννοιες;
Νιώθεις δέος μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ευτυχή και τυχερό. Εγώ ποιος ήμουν; Ένας άγνωστος που ήρθε από την Αγγλία και κατάφερε, στα χρόνια που έζησε στην Αθήνα, να γνωρίσει τόσους αξιόλογους ανθρώπους.Ποιητές, όπως τον Βρεττάκο, τον Ελύτη και τη Δημουλά, αλλά και μεγάλους συνθέτες. Είχα πάει στο σπίτι του Θεοδωράκη στου Φιλοπάππου, συνεργάστηκα με τον Μαρκόπουλο και πολύ στενά με τον Ηλία Ανδριόπουλο. Γνώρισα επίσης πολλούς από τους ποιητές της λεγόμενης γενιάς του ’70 και του ’80, με τους οποίους κάναμε στενή παρέα, αν και δυστυχώς πολλοί δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Σκέφτομαι τον Κοντό, τον Βαρβέρη, τον Λιοντάκη… Τρώγαμε μαζί, συζητούσαμε, και αυτή η ανθρώπινη επαφή με βοηθούσε, γιατί μάθαινα τον τρόπο που εκφράζονταν, το χιούμορ τους.
Όταν μετέφραζα ποιήματά τους, τους ζητούσα να μου τα διαβάσουν. Έτσι καταλάβαινα πού έδιναν έμφαση, πού έκαναν παύση, πού έπαιρναν ανάσα, και προσπαθούσα να μεταφέρω αυτά τα στοιχεία στη μετάφραση. Οι μόνοι που έχω μεταφράσει χωρίς να συναντήσω ήταν ο Καβάφης, προφανώς, αλλά και ο Εγγονόπουλος. Παρότι συμπέσαμε την ίδια περίοδο στην Αθήνα, δεν έτυχε να τον γνωρίσω. Πέρα από σπουδαίο ζωγράφο, τον θεωρώ και σπουδαίο ποιητή και έχω μεταφράσει πολλά ποιήματα από το έργο του.
Είναι πολύ μοναχική δουλειά. Έχω περάσει μέρες, ακόμη και χρόνια της ζωής μου, ψάχνοντας την καίρια λέξη. Να ξυπνάς στις τρεις το πρωί, να σου έρχεται ξαφνικά και να σηκώνεσαι αμέσως για να τη γράψεις, ώστε να μην την ξεχάσεις. Το μυαλό σου δουλεύει συνεχώς… Ταυτόχρονα, όμως, γίνεται και εθισμός – δεν μπορείς να σταματήσεις.

«Είμαι ετερόφωτος και όχι αυτόφωτος», είχα πει κάποτε σε μια συνέντευξη και νομίζω ότι αυτό ισχύει. Επηρεάζομαι πολύ από τους ποιητές που μεταφράζω, γιατί μπαίνω βαθιά στη σκέψη τους και προσπαθώ να αποδώσω τη δική τους φωνή στα αγγλικά. Ταυτόχρονα, όμως, ακούω και μια δική μου φωνή που θέλει να εκφραστεί. Παρότι γράφω και έχω δημοσιεύσει κάποια από αυτά σε λογοτεχνικά περιοδικά, κυρίως χάρη στον Βρεττάκο, δεν ένιωσα ποτέ ποιητής. Αισθάνομαι ότι οι καλλιτεχνικές μου φιλοδοξίες καλύπτονται από τη μετάφραση.
Υπήρχε τότε μια ισχυρή πίστη ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο.Ο Ελύτης έχει πει ότι η ποίηση δεν θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να αλλάξει τις συνειδήσεις. Και άνθρωποι με αλλαγμένη συνείδηση μπορούν, με τη σειρά τους, να επηρεάσουν τον κόσμο. Και η μουσική του Θεοδωράκη, όπως έλεγε και ο ίδιος, ήταν «μουσική για τις μάζες». Ένας διάλογος, μια προσπάθεια να ανυψώσει τη συνείδηση του μέσου πολίτη – και υπήρχε πράγματι ανταπόκριση, εκείνος ο ενθουσιασμός, η ελπίδα ότι μέσω της μουσικής, της ποίησης και ιδιαίτερα της μελοποιημένης ποίησης, που αποτελούσε έναν τρόπο να φτάσει απαιτητική ποίηση σε ένα ευρύτερο κοινό, μπορούσε να επέλθει κάποια αλλαγή. Από την άλλη, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι πέτυχε αυτός ο στόχος. Δεν ξέρω κατά πόσο ο μέσος άνθρωπος που άκουγε το «Άξιον Εστί» σε μια ταβέρνα κατανοούσε πραγματικά το νόημά του ή αν άλλαξε κάτι μέσα του.
Αν έχει τελειώσει η εποχή των «μεγάλων ποιητών»; Εγώ είμαι πολύ ευτυχής που γνώρισα κάποια «μεγαθήρια» στην Ελλάδα. Σήμερα δεν βλέπω αυτά τα «μεγαθήρια», ούτε και τους συνθέτες που υπήρχαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Κι αν υπάρχουν, ο κόσμος δεν τους γνωρίζει και δεν περιμένει και τίποτα από αυτούς. Κάποτε, στα χρόνια της δικτατορίας, όλοι ανέμεναν μια δήλωση του Σεφέρη. Υπήρχε η προσδοκία πως οι πνευματικοί άνθρωποι θα έβγαιναν και θα έλεγαν κάτι. Μια παράδοση που ξεκίνησε από την αρχαιότητα, την εποχή των τραγικών ποιητών, και που διατηρήθηκε μέχρι σχετικά πρόσφατα. Σήμερα, μου φαίνεται πως λείπουν τα μεγάλα οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. Έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε μια παρακμιακή εποχή και δεν είμαι αισιόδοξος για το άμεσο μέλλον. Είμαι όμως αισιόδοξος για το απώτερο μέλλον. Πιστεύω ότι θα περάσουμε απ’ αυτή τη φάση και θα βγούμε σοφότεροι και δυνατότεροι.
- Το «Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Οδυσσέα Ελύτη» πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, το Υφυπουργείο Πολιτισμού και τον Όμιλο Λογοτεχνίας και Κριτικής, στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.
Ελεύθερα, 07.06.2026