Κάποιοι ανακάλυψαν ξαφνικά τον τροχό και έπεσαν από τα σύννεφα με τα όσα διαδραματίστηκαν τις προηγούμενες μέρες σε Χλώρακα και Λεμεσό εναντίον των μεταναστών. Το μεταναστευτικό ήταν και είναι μια βόμβα για την κυπριακή κοινωνία. Η έξαρση της ρατσιστικής βίας τις προηγούμενες μέρες, ήταν δυστυχώς μια επακόλουθη τραγική συνέπεια του προβλήματος. Διότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και όσοι δεν το αντιλαμβάνονται και όσο δεν το παραδέχεται το κράτος και η πολιτεία, οι προεκτάσεις του θα είναι δραματικές. Όπως επίσης, δεν μπορεί να αγνοείται η έξαρση ρατσιστικής ρητορικής και συμπεριφορών ευρύτερα στην κυπριακή κοινωνία και δεν μπορούν τα σοβαρά επεισόδια και η βία έναντι μεταναστών που καταγράφηκε σε Λεμεσό και Χλώρακα, να θεωρείται απλά ως χουλιγκάνικη συμπεριφορά περιθωριακών στοιχείων.
Οι δράστες ασφαλώς αυτών των επεισοδίων είναι περιθωριακά στοιχεία, πολλοί εκ των οποίων είναι και γνωστοί στην κυπριακή Αστυνομία. Όμως την ίδια ώρα, διαπιστώνεται ότι υπάρχει μία τάση ανοχής ή αιτιολόγησης της βίας από μία μερίδα ατόμων της κοινωνίας, έναντι των μεταναστών. Αυτό δεν μπορεί να υποτιμάται διότι αυτή η τάση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Όλα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν και στο γενικότερο πλαίσιο συμπεριφορών της κυπριακής κοινωνίας, η οποία δείχνει τάση προς την ακροδεξιά. Δημοσκοπήσεις δείχνουν άνοδο ποσοστών του ΕΛΑΜ, ενώ την ίδια ώρα, καταγράφεται ένας πιο ακραίος πολιτικός λόγος στο μεταναστευτικό από άλλες πολιτικές δυνάμεις, είτε ως επίσημες θέσεις του κόμματος, είτε από μεμονωμένα στελέχη του, διότι έτσι θεωρούν ότι θα συγκρατήσουν δυνάμεις. Άρα, το να δηλώνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και άλλα στελέχη της Κυβέρνησης πώς δεν είναι το μεταναστευτικό το πρόβλημα για τα επεισόδια και ότι δεν υπάρχει ρητορική μίσους, αυτό αποτελεί μία πολύ επιφανειακή προσέγγιση του θέματος που αγγίζει τα όρια της υποκρισίας και του στρουθοκαμηλισμού. Όπως ασφαλώς δεν είναι λύση οι ακραίες θέσεις υπέρ της χωρίς ελέγχους μετανάστευσης και ο αφορισμός των όποιων ανησυχιών παρατηρούνται μέσα σε υγιή στοιχεία της κυπριακής κοινωνίας.
Υπάρχει πρόβλημα και η ευθύνη του κράτους είναι τεράστια σε αυτό το θέμα. Η έλλειψη αποτελεσματικών πολιτικών έχει ευρύτερες διαστάσεις, υποδαυλίζοντας παράλληλα και τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Ταυτόχρονα όμως, η ανεπάρκεια των θεσμών και των μέσων εφαρμογής αποτελεσματικών πολιτικών από το κράτος, καθιστά και τους ίδιους τους μετανάστες θύματα σύγχρονων δουλεμπόρων.
Σύμφωνα με τα όσα είπε ο υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου στην Βουλή την περασμένη Τρίτη, οι αιτήσεις των αλλοδαπών για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάζονται σε τρεις μήνες, οπόταν τερματίζεται η παροχή επιδόματος καθώς και το δικαίωμα τους να εργάζονται και οι επιλογές που έχουν είναι είτε να φύγουν από μόνοι τους, είτε να μείνουν παράνομα. «Αν τους συλλάβουμε τι να τους κάνουμε δεδομένου ότι δεν διαθέτουμε χώρους κράτησής τους; Διότι από τη στιγμή που απορρίπτεται η αίτηση τους, είναι παράνομοι. Βρήκαμε παλιά στρατόπεδα και χώρους οι οποίοι θα μπορούσαν να διαμορφωθούν για κράτηση των υπό απέλαση αλλοδαπών αλλά διαπιστώσαμε ότι για τη μετατροπή τους απαιτείται περίπου ένας με ενάμισι χρόνος καθώς και κάποια εκατομμύρια ευρώ», ανέφερε μεταξύ άλλων. Τι σημαίνει αυτό; Ενώ ως κράτος διατυμπανίζουμε για τις διαστάσεις του μεταναστευτικού στην χώρα μας, δεν διαθέτουμε ως κράτος δομές και υποδομές που απαιτούνται για αποτελεσματική διαχείριση των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών.
Την ίδια ώρα, το κράτος οφείλει να δείξει την αποφασιστικότητα του έναντι των όποιων ταραχοποιών στοιχείων βρίσκουν αφορμή και πεδίο δράσης. Δεν μπορεί η Δημοκρατία να ανέχεται συμπεριφορές όπως αυτές που καταγράφηκαμ την προηγούμενη βδομάδα. Υπάρχουν ξεκάθαρες ευθύνες και για την Αστυνομία αλλά και την Υπουργό Δικαιοσύνης ως πολιτική προϊστάμενος και θα πρέπει να αναληφθούν. Καμία ανοχή και καμία δικαιολογία έναντι της όποιας βίας, αλλά ταυτόχρονα και αποφασιστικά μέτρα πολιτικής για ουσιαστική και αποτελεσματική διαχείριση του μεταναστευτικού.