Τον Φεβρουάριο του 2014 κάναμε στο Φιλελεύθερο πρωτοσέλιδο κύριο θέμα τις εξελίξεις από τις έρευνες για το οικονομικό έγκλημα και στεγάσαμε το ρεπορτάζ κάτω από τον τίτλο: «Κόλλησαν οι ανακρίσεις». Θύμωσε κι ο Γενικός Εισαγγελέας με όσα γράφαμε κι έκανε δηλώσεις για να εξηγήσει λίγο πολύ, ότι δεν ευσταθούσαν όσα γράφαμε, διότι ήθελε το χρόνο της αυτή η τιτάνια έρευνα και δεν έπρεπε να βιαζόμαστε.
Θα έκλεινε σύντομα ένας χρόνος ερευνών χωρίς αποτέλεσμα. Έκλεισε τελικά ο χρόνος, έκλεισε κι ο επόμενος κι ο μεθεπόμενος, πάει να περάσει και η δεκαετία και αποτέλεσμα δεν είδαμε. Όσες υποθέσεις από εκείνες τις έρευνες έφτασαν μέχρι τη Δικαιοσύνη (κάποιες του Συνεργατισμού ή και των τραπεζών) έπεσαν στα δικαστήρια.
Κι όμως, για εκείνες τις έρευνες είχαν αποσπαστεί καμιά τριανταριά αστυνομικοί – ανακριτές, εγκαταστάθηκαν σε δικά τους γραφεία στο Συνεδριακό Κέντρο, είχαν φέρει κι εμπειρογνώμονες από το εξωτερικό να τους βοηθήσουν, είχαν αγοράσει κι έναν σέρβερ με κάμποσα εκατομμύρια για να αρχειοθετούν ηλεκτρονικά τα ντοκουμέντα που μάζευαν και να διευκολυνθεί το έργο τους (διότι τα είχαν σε κασόνια στοιβαγμένα όπως την εποχή του χαλκού), αλλά στο τέλος η ομάδα διαλύθηκε αθόρυβα και οι έρευνες ξεχάστηκαν.
Το μεγάλο οικονομικό έγκλημα, που πήγε τη χώρα και το λαό δεκαετίες πίσω, πέρασε στην ιστορία. Το φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια κάποια απόφαση δικαστηρίου, όπως η πρόσφατη για το κούρεμα, ή οι διαμαρτυρίες των κατόχων αξιογράφων, που ακόμα συνεχίζονται. Απλώς, μας θυμίζουν πόσο τραγικά ανεπαρκείς φανήκαμε ως κράτος, κοινωνία, διωκτικές αρχές, όταν ούτε γι΄ αυτό το έγκλημα των αξιογράφων διώχθηκε κανένας, όταν έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας από τότε το χαρακτήριζε μια στοιχειοθετημένη απάτη.
Ερευνούσαν τότε οι ανακριτές και οι εμπειρογνώμονες ακόμα και τις υποθέσεις της περιβόητης εταιρείας FOCUS του Μιχάλη Ζολώτα, φίλου και συνεργάτη του αποδημήσαντα Ανδρέα Βγενόπουλου. Αποδεδειγμένα αυτή η εταιρεία την περίοδο 2007-2008 έδωσε στο ΑΚΕΛ €1,5 εκατομμύριο και στο ΔΗΣΥ μισό εκατομμύριο. Το χειρότερο ήταν ότι αυτά τα χρήματα τα πήρε η εταιρεία από τους καταθέτες της Λαϊκής, όταν άρχισαν να την στραγγίζουν τα λαμόγια κι έστελναν τα εκατομμύρια στην Ελλάδα με μορφή δανείων, μέχρι που την άφησαν ταπί. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Κατά δήλωση του τότε Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, στον Φιλελεύθερο (11 Μαΐου 2014) «σίγουρα από τη συγκεκριμένη εταιρεία έφυγαν και άλλα ποσά, δεν είναι μόνο τα δύο εκατομμύρια. Από τη Focus έφυγαν πέραν των €50 εκατομμυρίων τα οποία προήλθαν από δάνεια» και αυτά τα €50 εκατομμύρια μοιράστηκαν στην Κύπρο. Σε ποιους μοιράστηκαν; Δεν θα μάθουμε ποτέ.
Γιατί τα θυμίζω όλα αυτά; Διότι ζούμε το έργο σε επανάληψη. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είναι κι αυτός αποφασισμένος, όπως ήταν και ο προηγούμενος Πρόεδρος, και θα φέρει από «τρίτη χώρα» έμπειρη ομάδα εμπειρογνωμόνων στο οικονομικό έγκλημα για να βοηθήσει στις έρευνες. Θα βοηθήσουν, όπως είπε στο Associated Press, μια ομάδα επτά αστυνομικών ερευνητών να εξετάσουν παλιές και νέες αναφορές των μέσων ενημέρωσης που ισχυρίζονται ότι δικηγόροι και λογιστές με έδρα την Κύπρο μετέφεραν τα χρήματα των Ρώσων ολιγαρχών…
Έχουμε καμιά αμφιβολία ότι το έκαναν; Δεν βλέπουμε γύρω μας; Δεν βλέπουμε πόσοι έγιναν εκατομμυριούχοι από τη μια στιγμή στην άλλη όταν ασχολήθηκαν με τις δουλειές των Ρώσων ολιγαρχών; Ποιον προσπαθούμε να πείσουμε, δηλαδή, ότι οι σκιές που ρίχνουν στο όνομα της Κύπρου τα ξένα δημοσιεύματα είναι αδικαιολόγητες;
Αλλά, δεν θα φέρουμε εμπειρογνώμονες για να μας πουν τα αυτονόητα, θα τους φέρουμε για να πείσουμε στο εξωτερικό ότι ασκούμε έλεγχο αντικειμενικά. Όχι γιατί θέλουμε πραγματικά να βρούμε απατεώνες και να τους τιμωρήσουμε για να σταλεί το μήνυμα ότι τερματίζεται η ατιμωρησία, αλλά γιατί θέλουμε να βελτιώσουμε το όνομα της χώρας ως αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός.
Με αυτή τη λογική δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Θα βυθιστούμε ξανά σε νέες έρευνες, όπως και με τις προηγούμενες, μέχρι να σβήσουν σιγά – σιγά και να ξεχαστούν. Μέχρι το επόμενο σκάνδαλο.