Παρακολουθώ τις εξελίξεις στη θανατική ανάκριση της τραγικής υπόθεσης Θανάση Νικολάου και ομολογώ πως η οργή μου κορυφώνεται. Παράλληλα και η αηδία μου για την πλήρως ανάλγητη στάση και συμπεριφορά της Νομικής Υπηρεσίας. Αφού έμεινε πλήρως εκτεθειμένη όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δικαίωσε την ηρωική μάνα και τους υποχρέωσε να ανοίξουν εκ νέου την υπόθεση, ο Γενικός Εισαγγελέας είχε εμφανιστεί για κάποιο χρονικό διάστημα να προσεγγίζει με ευσπλαχνία την οικογένεια του Θανάση. Μόλις άρχισε, όμως, η τρίτη θανατική ανάκριση, οι μάσκες έπεσαν.

Έχει κηρύξει με μανία έναν πόλεμο ώστε να καταδείξει στο δικαστήριο ότι ισχύει η θεωρία της αυτοκτονίας την οποία στηρίζει επί 19 χρόνια. Στη βάση, όμως, άκρως πρόχειρων και ερασιτεχνικών ερευνών, που είχαν ακολουθηθεί στα πρώτα στάδια της υπόθεσης. Αυτή η μανία έφτασε μέχρι του σημείου χθες να ισχυριστεί πως η ελληνίδα παθολογοανατόμος η οποία απεφάνθη ότι ο θάνατος προήλθε από στραγγαλισμό, το έπραξε για να πάρει αμοιβή 9.000 ευρώ και παραπλάνησε την οικογένεια!

Είναι πραγματικά κατάντημα να επιχειρεί κάποιος να διασύρει με τέτοιο τρόπο κάποιον επιστήμονα, απλώς και μόνο, για να στηρίξει το δικό του ισχυρισμό. Βεβαίως, έχουμε πλειστάκις επισημάνει το κατάντημα της επίσημης πλευράς έναντι της υπόθεσης Θανάση Νικολάου και της οικογένειάς του. Ακλόνητο πειστήριο ήταν η στάση έναντι του ποινικού ανακριτή Σάββα Μάτσα, που ο ίδιος ο Γ.Ε. είχε διορίσει, όταν αυτός δίδοντας το πόρισμά του, μίλησε δημοσίως ξεκάθαρα για δολοφονία.

Δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε ότι καθήκον της Γενικής Εισαγγελίας και γενικά των Αρχών του κράτους είναι να εξαντλούν και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεων τους στην εύρεση των εγκληματιών και όχι απέναντι σε εκείνους που παλεύουν για τον ίδιο σκοπό, όπως στην προκειμένη περίπτωση η οικογένεια του Θανάση.

Από την στιγμή κατά την οποία έχει αποδειχθεί περίτρανα πως στα πρώτα στάδια της υπόθεσης η διερεύνηση που έγινε ήταν υποτυπώδης και δεν διερευνήθηκε από το πλέον αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας, ένα πέπλο καχυποψίας έχει σκεπάσει όλη την υπόθεση. Όταν, λοιπόν, ελλαδίτες εμπειρογνώμονες ήρθαν να μιλήσουν για στραγγαλισμό, η καχυποψία μετεβλήθη σε ενισχυμένη αμφισβήτηση όσων προσπαθούσαν για χρόνια να πείσουν ότι επρόκειτο περί αυτοκτονίας.

Τα 19 χρόνια τα οποία πέρασαν από το θάνατο του Θανάση, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ουδείς πέραν των πολύ λίγων που έχουν άμεση σχέση και εμπλοκή με τις έρευνες δύναται να γνωρίζει πλήρως όλες τις λεπτομέρειες, δεν επιτρέπει σε οποιονδήποτε να έχει κρυστάλλινη και αδιαμφισβήτητη θέση.

Όταν, όμως, σε μια τέτοια υπόθεση κυριαρχεί η καχυποψία, οι αμφιβολίες και η αμφισβήτηση, τότε οι αρμόδιοι θεσμοί οφείλουν να είναι πολλαπλά προσεκτικοί. Διότι αν εμπεδωθεί η εντύπωση ότι οι Αρχές επιχειρούν κουκούλωμα, τότε οι διαστάσεις είναι τεράστιες και οι ζημιές δυσθεώρητες. Συγκλονίζεται συθέμελα ολόκληρο το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης, φορτώνεται τεράστιους λεκέδες ο ναός της Θέμιδος και πλήττεται καίρια η αξιοπιστία ενός τόσο βαρυσήμαντου θεσμού.

Υπό το κράτος αυτής της απειλής, μπορεί να πράξουν οτιδήποτε οι κυβερνώντες ώστε να αλλάξουν τον ρουν μιας υπόθεσης, η οποία αν αφεθεί στις ράγες τις οποίες την τοποθέτησε ο Γενικός Εισαγγελέας, θα καταλήξει σε τέλμα; Ναι, μπορούν. Θα επαναλάβουμε, λοιπόν, την εισήγηση στην οποία είχε προβεί προ καιρού η στήλη, όταν διέγνωσε ότι η ακολουθούμενη πορεία οδηγούσε ακριβώς σε τέλμα.

Καπάτσοι εγκληματολόγοι απαιτούνται. Με κοφτερό μυαλό, καθαρή και έντιμη ψυχή και μπόλικη εμπειρία στη διερεύνηση τέτοιων δύσκολων και χρονιζόντων εγκλημάτων. Σε αυτό οφείλουν να επικεντρωθούν όσοι υποδύονται ότι συγκλονίζονται όταν αντικρίζουν την ηρωίδα μάνα!

Θα το πω χωρίς περιστροφές, όπως ενίοτε συνηθίζει αυτή η στήλη. Ουδείς ερευνητής ή ανακριτής στην Κύπρο δεν δύναται να πείσει την κυρία Ανδριάνα ή την κοινωνία. Απλούστατα, επειδή ουδείς δύναται να ξεφύγει από τα πλοκάμια της καχυποψίας, η οποία διόλου αδικαιολόγητα έχει εξαπλωθεί στην κυπριακή επικράτεια. Τολμώ επίσης να ισχυριστώ, πως δεν πιστεύω ότι η Κύπρος διαθέτει αυτού του επιπέδου, αλά Σέρλοκ Χολμς, ερευνητές ώστε να καταφέρουν να ξεδιαλύνουν ένα τόσο δύσκολο έγκλημα μετά από 19 χρόνια.

Αν, λοιπόν, κύριοι κυβερνώντες και λοιποί αρμόδιοι, όντως επιθυμείτε να βρεθεί η πραγματική αλήθεια, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος. Φέρτε εγκληματολόγους και ερευνητές από την Σκότλαντ Γιάρντ, από το FBI, από το NRW Landeskriminalamt ή από άλλο πλανήτη. Όπως φέρνετε ξένους εμπειρογνώμονες για ένα σωρό άλλα θέματα. Όλα τα άλλα είναι απλά φληναφήματα.