Κατά την πρόσφατη παραμονή μου στην Κύπρο για μία εβδομάδα, άκουσα πολλές φορές από γνωστούς και φίλους (που ασφαλώς δεν τους βάζω στην ίδια ζυγαριά) διάφορες απόψεις για την νέα φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η πιο ακραία, την οποία απλώς αναφέρω χωρίς να την κρίνω γιατί δεν αξίζει τον κόπο, συνοψίζεται στη φράση-απορία «τι γίνεται, θα μας την φέρετε πάλι;». (Το «φέρετε» είναι δική μου διόρθωση μιας άλλης, κυπριακής λέξης σεξουαλικού προσανατολισμού»)…
Η πιο συνετή, που δικαιολογημένα συνοδεύεται και με ανησυχία (ιδίως έπειτα από την τοποθέτηση του κ. Χρήστου Ροζάκη ότι «δεν μπορούμε να περιμένουμε επ’ άπειρον την επίλυση του Κυπριακού για να λυθούν τα ελληνοτουρκικά»), εκφράζεται από ανθρώπους που δεν πιστεύουν με τίποτα ότι ξεκινά μια νέα προσπάθεια επίλυσης, από το κυβερνητικό σχήμα που διαδέχτηκε το προηγούμενο, που να έχει την παραμικρή ελπίδα ευόδωσης.
Θεωρούν, και συμπλέω απολύτως μαζί τους, πως όποιες και να είναι οι θέσεις και προθέσεις της άλλης πλευράς (τις οποίες πάντα νομίζουμε ότι τις ξέρουμε), δεν έχουμε καμία διάθεση, ίσως και την ικανότητα ακόμα, να διαπραγματευτούμε σοβαρά.
Διαπραγμάτευση σημαίνει ότι πρέπει να είσαι έτοιμος για υποχωρήσεις, και να ξέρεις ακριβώς (δίχως διαρροές και ανακοινώσεις εκ των προτέρων) ποιες θα είναι αυτές, και μέχρι που θα τραβήξεις τη γραμμή.
Έχω κουραστεί να γράφω ότι χώρα κατεχόμενη, που θέλει να απαλλαγεί από τις επιπτώσεις μιας βίαιης και παράνομης εισβολής (που κάθε μέρα που περνά στερεώνονται και δυσκολεύουν όλο και πιο πολύ τον «εθνικό πόθο»), αυτή η χώρα, λοιπόν, η Κύπρος, δεν έχει την πολυτέλεια να ενεργοποιείται (;) εν όψει ενός νέου, τάχα, σχεδίου, ανάμεσα σε εκλογικές της αναμετρήσεις. Ωσάν να μην πέρασε μια μέρα. Ωσάν να χρειαζόμαστε 5χρονες παύσεις για να συνέρθουμε από τα γνωστά ναυάγια, που βεβαίως δεν είναι ποτέ με δικό μας φταίξιμο
Επειδή λοιπόν η λύση έχει κόστος, και αυτό είναι αδιαμφισβήτητο, θέλουμε ανθρώπους που θα αντέχουν και που, κυρίως, θα έχουν δυνατή προσωπικότητα, ακεραιότητα, πολιτική κατάρτιση (αυτό είναι πολύ σημαντικό, και λείπει γενικά) και ικανότητα. Δεν τους βλέπω. Και είμαι σίγουρος πως δεν τους βλέπουν και πολλοί άλλοι. Συμπεριλαμβανομένου και του κ. Ροζάκη, που ορθώς έχει απογοητευθεί και αυτός. Δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Το βιογραφικό του, λίγοι το έχουν. Η εκτίμηση που χαίρει από τους πιο σοβαρούς κύκλους των Βρυξελλών και της Αθήνας, είναι απροσμέτρητη.
Η Ελλάς ναι, βρίσκεται σε μια περίοδο που έχουν εξομαλυνθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό οι σχέσεις της με την Τουρκία. Δούλεψαν πολλοί για αυτό. Δεν ήρθε από το πουθενά, ως μια δήθεν διευθέτηση άνωθεν. Τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής είναι παραπάνω από ορατά και ελπιδοφόρα. Πλησιάζει χρόνος που δεν έχουμε ούτε μία παραβίαση του ελληνικού εναέριου χώρου. Οι κραυγές για αποστρατικοποίηση παράκτιων νησιών μας του Αιγαίου, και για το «όραμα» της Γαλάζιας Πατρίδας, έχουν κοπάσει. Εχουν μειωθεί σημαντικά οι μεταναστευτικές ροές από την Τουρκία προς την Ελλάδα – την περασμένη Πέμπτη μάλιστα, ηταν μηδενικές!
Σε αυτό, γνωρίζω από έγκυρες, εμπιστευτικές πηγές από διπλωματικές αντιπροσωπείες στην Αθήνα, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο o Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο Χρήστος Στυλιανίδης με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, όπως και η Υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες και από τις δύο πλευρές.
Η επιθετική (κάποτε έως και χυδαία) ρητορική του Ερντογάν έχει κοπάσει. Και δεν είναι άνευ σημασίας ότι όταν επισκέφθηκε πέρυσι την Αθήνα, λίγους μήνες μετά από τις άναρθρες κραυγές και απειλές του ότι «θάρθουμε βράδυ», που συμφώνησε, και το τήρησε, να μην αναφέρει τίποτα για το Κυπριακό, και ιδίως για τα «δύο ξεχωριστά κράτη».
Μπορεί να ανατραπούν αυτά, και να ξαναγυρίσουμε στο σκληρό ροκ; Ναι, μπορεί. Αν και προσωπικά, βλέποντας πώς ο Τούρκος ηγέτης έχει πλέον ως σχεδόν αποκλειστικό «όραμά» του την υστεροφημία του, πιστεύω πως θα διατηρηθεί αυτό το κλίμα. Με αυτήν την έννοια, κατανοώ τον Ροζακη όταν λέει πως η Ελλάς καλά κάνει να φροντίζει αυτό το «μέτωπο». Διότι πιστεύει απαρέγκλιτα ότι οι ενισχυμένες και καλές ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορούν να εξυπηρετήσουν μελλοντικά και τα συμφέροντα της Κύπρου.
Κι αυτό, σε τελική ανάλυση, μπορεί να είναι και το πιο δυνατό χαρτί, το πιο αποφασιστικό στοιχείο, που θα δώσει πραγματική ώθηση στο να ξεκινήσουν (χωρίς ημερομηνία λήξεως επερχόμενων εκλογών!) σοβαρές, επιτέλους, διαπραγματεύσεις. Για να λύσουμε το πρόβλημά μας.
Το θέλουμε;…