Για πάνω από ένα χρόνο, κατ’ ακρίβεια από την επομένη της εκλογής του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπαθεί για να επιτευχθεί μια κοινή συνάντηση του ιδίου με τον Ερσίν Τατάρ προκειμένου να δουν – ως ηγέτες των κοινοτήτων τους – το πως μπορεί να επαναρχίσουν συνομιλίες στο Κυπριακό. Με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε μέχρι στιγμής, με την τουρκική πλευρά να εμμένει στην εκ προοιμίου ικανοποίηση των απαιτήσεων της.
Μια θέση στην οποία η τουρκική πλευρά εμμένει και παραμένει αμετακίνητη εδώ και τρία χρόνια. Από το 2021, στη Γενεύη, όταν ο Ερσίν Τατάρ έβαλε στο τραπέζι την αξίωση για αναγνώριση κυριαρχικής ισότητας και ίσο διεθνές καθεστώς των Τουρκοκυπρίων, δεν υπήρξε καμιά απολύτως μετακίνηση. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία με τη συνδρομή και συνεργασία της Άγκυρας κατάφερε να κτίσει ένα τείχος, πίσω από το οποίο φρόντισε να κινείται η ίδια ελεύθερα. Ανεβάζοντας παράλληλα τον δείκτη των απαιτήσεων της και από το «δεν σημαίνει λύση δύο κρατών» του 2021 όταν η τουρκοκυπριακή πλευρά έθετε για πρώτη φορά την απαίτηση για κυριαρχική ισότητα, φτάνουμε στην κάθετη απαίτηση για «λύση δύο κρατών».
Η Γενεύη του 2021 αποτελεί ένα καλό μάθημα για τη συνέχεια των προσπαθειών στο Κυπριακό. Και αυτό γιατί άρχισε να μπαίνει στις συζητήσεις το ενδεχόμενο μιας κοινής συνάντησης των δύο ηγετών. Από τις βολιδοσκοπήσεις που έγιναν από πλευράς Ηνωμένων Εθνών μιλάμε για συναντήσεις με το γνωστό φόρματ, 2+1 ή 5+1, δηλαδή οι δύο ηγέτες με τον ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών ή την απεσταλμένη του, ή οι δύο ηγέτες με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις συν τον Γενικό Γραμματέα.
Αυτό που προκύπτει από τις έως τώρα πληροφορίες είναι πως το θέμα θα βρεθεί στην ατζέντα των επόμενων επαφών της Μαρία Άνχελα Ολγκίν Κουεγιάρ όταν αυτή θα βρεθεί στο νησί από εβδομάδας. Επίσης οι πληροφορίες λένε πως οι πρώτες βολιδοσκοπήσεις που έγιναν από πλευράς Ηνωμένων Εθνών θετική ανταπόκριση υπήρξε μόνο από ελληνοκυπριακής πλευράς. Η τουρκοκυπριακή παραμένει κάθετα αντίθεση εμμένοντας σε ικανοποίηση προαπαιτούμενων. Η τουρκική άρνηση δεν μπορεί να θεωρείται σε καμιά περίπτωση δεδομένη. Αντίθετα η άρνηση της τουρκοκυπριακής πλευράς θα πρέπει να δημιουργεί μια καχυποψία ως προς το τι μπορεί να ετοιμάζεται στο παρασκήνιο.
Μέχρι να ξεκαθαρίσει εάν και εφόσον θα γίνει μια συνάντηση ανάμεσα στους δύο ηγέτες με τα Ηνωμένα Έθνη (ανεξαρτήτως του φόρματ που θα έχει) είναι χρήσιμο και αναγκαίο η ελληνοκυπριακή πλευρά να μην περιοριστεί στη δική της καλή θέληση αλλά να καθίσει κάτω με σοβαρότητα να ετοιμάσει τις δικές της θέσεις και απαιτήσεις. Η Γενεύη του 2021 πρέπει να αποτελεί ένα καλό παράδειγμα του τι μπορεί να προκύψει εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά πάει σε μια τέτοια συνάντηση έχοντας στις αποσκευές της μόνο την καλή της πρόθεση για διάλογο και συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο που έχουν διακοπεί. Κάπως έτσι πήγε και στη Γενεύη πριν τρία χρόνια και βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα κίνηση τακτικής της τουρκικής πλευράς την οποία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει.
Επειδή η προϊστορία του Κυπριακού περιέχει πολλά παραδείγματα όπου η ελληνοκυπριακή πλευρά πήγε αδιάβαστη σε συναντήσεις με την τουρκοκυπριακή ηγεσία και τα Ηνωμένα Έθνη και επειδή η παρούσα διακυβέρνηση δεν μας έχει ακόμα πείσει ότι το έχει με την προετοιμασία και την καλή οργάνωση, θα πρέπει οι κινήσεις και οι αποφάσεις του επόμενου διαστήματος θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές. Δεν θα πρέπει να γίνουν βιαστικές κινήσεις, ούτε και πρέπει να σπεύσει οποιοσδήποτε να πάει σε μια συνάντηση για χάρη της συνάντησης. Χρειάζεται να γίνει σωστή προετοιμασία και στοχοπροσήλωση ως προς το ζητούμενο αυτής της συνάντηση. Χρειάζεται να μπουν κάτω όλα τα πιθανά αρνητικά σενάρια και να υπάρξει η κατάλληλη προετοιμασία. Εάν δεν γίνουν όλα αυτά και χωρίς τη σωστή προετοιμασία τότε καλό θα ήταν να αποφευχθούν οι όποιες συναντήσεις. Ας μην μας διαφεύγει και η προσπάθεια πολλών να βρεθούν οι δύο πλευρές κάπου στη μέση. Και μια συνάντηση ηγετών μη καλά προετοιμασμένη μπορεί να φέρει τα μέρη να συζητούν πως θα βρεθούν στη μέση…