Ο πρωταθλητισμός καταστρέφει τους αθλητές για να προσφέρει θέαμα αντί «άρτου».

Τώρα που τέλειωσαν οι Ολυμπιακοί και κόπασε κάπως ο εθνικός ενθουσιασμός και η περηφάνεια, θα ήθελα να θυμίσω ένα-δυο πράγματα που όλοι γνωρίζουμε αλλά συνήθως παραβλέπουμε. Κατ’ αρχήν, δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι οι συμπατριώτες κάποιου από τους επαγγελματίες πρωταθλητές πρέπει να πανηγυρίζουν επειδή ξεπέρασε τους άλλους στο αγώνισμά του. Το ότι έχουμε το ίδιο διαβατήριο είναι επαρκής λόγος να ταυτιζόμαστε μαζί του; Μήπως ο λόγος είναι πως έχουμε συνεισφέρει οικονομικά με τους φόρους μας στην κάλυψη των εξόδων της προπόνησης, του εξοπλισμού κ.ά. που απαιτούνται ώστε να διατηρείται σε ανταγωνιστικό επίπεδο, επομένως μας ανήκει ένα μικρό ποσοστό από το κατόρθωμά του; Λέγεται ότι οι αθλητές αυτοί εκπροσωπούν τη χώρα τους – και λοιπόν; Γιατί πρέπει να χαιρόμαστε με την επιτυχία τους και, αντιστοίχως, να ντρεπόμαστε με τη διαφθορά των συμπατριωτών μας που μας εκθέτουν διεθνώς; Συλλογική ενοχή και συλλογική επιτυχία δεν υπάρχουν.

Πολλοί αθλητές άλλαξαν υπηκοότητα, όπως Ρώσοι που δεν μπορούσαν να αγωνιστούν με τη χώρα τους λόγω των κυρώσεων για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κάποιος Dauren Kurugliev (φωτ.) π.χ., από το Νταγκεστάν της Ρωσίας, έγινε Έλληνας λίγο νωρίτερα μόνο και μόνο για να αγωνιστεί στο Παρίσι: «Αγόρασε» διαβατήριο εξοφλώντας το με χάλκινο μετάλλιο στην πάλη, και όλοι… happy και win-win situation (δεν ξέρω πώς το λένε στα ρωσικά, στα λεσγικά ή στα αζερμπαϊτζανικά). Αλίμονο σ’ εκείνους που δεν έχουν ιδιαίτερες ικανότητες ή πολλά λεφτά και σκυλοπνίγονται στη Μεσόγειο… Λίγοι διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτόν στην Ελλάδα, άλλωστε το ίδιο κάνουν όλες οι χώρες, «ψωνίζοντας» αθλητές ευκαιρίας από την Αφρική και άλλα κράτη που χρειάζεται να τα ψάξεις στον χάρτη. Οι περισσότεροι όψιμοι συμπολίτες τους, όμως, ανεμίζουν περήφανα τη σημαία εκστασιασμένοι – της δικής τους χώρας, όχι της πρώην του αθλητή, σ’ αυτούς και σ’ αυτήν ανήκει η νίκη του.

Διαφωνώ με τη συλλογική περηφάνεια επειδή είναι (και) ανακόλουθη συμπεριφορά: Αναφέρεται σε ανθρώπους που μόχθησαν και στερήθηκαν πολλά στην προσωπική τους ζωή για να φτάσουν σε επίπεδο πρωταθλητισμού – όμως αυτό είναι το κύριο επάγγελμά τους: Μισθωτοί της πολιτείας, δημόσιοι υπάλληλοι ουσιαστικά. Αν κερδίσουν μετάλλιο παίρνουν πριμ από το κράτος, και μετά την ακμή τους διορίζονται χαριστικά στα σώματα ασφαλείας και τον στρατό, είτε ως ημιαργόμισθοι σε άλλες δημόσιες θέσεις. Όμως υπάρχουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι που επίσης μόχθησαν και στερήθηκαν, που πέτυχαν ως επιστήμονες, που διακρίθηκαν σε άλλους τομείς και που πρόσφεραν πολλά και ουσιαστικά στο κοινωνικό σύνολο, όχι μόνο στον ψυχαγωγικό τομέα του θεάματος, άντε και της ανύψωσης του (αμφιλεγόμενης αξίας) εθνικού φρονήματος. Πόσο περήφανοι είμαστε γι’ αυτούς εμείς και το κράτος; Γιατί να τους θαυμάζουν μόνο οι ομοεθνείς τους και όχι όλος ο κόσμος; Και γιατί να μην θαυμάζεται ο οικοδόμος, ας πούμε, που στερείται επίσης τα πάντα και μοχθεί σχεδόν υπεράνθρωπα, χωρίς ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία, για να συντηρήσει την οικογένειά του και να αναθρέψει τα παιδιά του;

Παράλληλα υπάρχουν και παρενέργειες για τους ίδιους τους πρωταθλητές: Εκτός από τις στερήσεις και την καταπόνηση, πολλοί και πολλές αναγκάζονται να παίρνουν αμφιλεγόμενα φάρμακα (είναι γνωστές περιπτώσεις κοριτσιών της ενόργανης γυμναστικής που τους δίνουν αναστολείς της εφηβείας) ή και να ντοπάρονται. Η συνεχής πίεση από μικρή ηλικία για να αυξήσουν τις επιδόσεις τους, μαζί με το πιεστικό αγωνιστικό πρόγραμμα, τους προκαλούν ψυχολογικά προβλήματα. Η απαίσια συμπεριφορά του Τσιτσιπά, π.χ., πιθανότατα έχει τέτοιες αιτίες, όπως και η ιδιάζουσα αντιμετώπιση κοινωνικών θεμάτων από αθλητές-μηχανάκια, π.χ. σαν τον Τζόκοβιτς, που δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να γυμνάζονται και να κερδίζουν τεράστια ποσά. Πέρα από την… εθνική περηφάνεια, πώς ανταποδίδουν στο κράτος την «επένδυσή» του σ’ αυτούς;

Ο αθλητισμός είναι για όλους, οι άνθρωποι πρέπει από μικρά παιδιά να γυμνάζονται ώστε να είναι υγιείς – αυτή η επένδυση αποφέρει επειδή, επιπλέον, συμφέρει στο δημόσιο σύστημα Υγείας. Το παράδειγμα ενός πρωταθλητή προσελκύει παιδιά στα αθλήματα, αλλά με λάθος τρόπο: Ονειρεύονται να μοιάσουν στα ινδάλματά τους, να κάνουν μεγάλες επιδόσεις, να κερδίσουν δόξα και χρήματα. Η πολιτική του κράτους, όμως, αποσκοπεί πρωτίστως στο θέαμα και στη διασκέδαση που προσφέρει ο πρωταθλητισμός, επειδή αυτά –τα θεάματα– κάνουν τον κόσμο να παραβλέπει εν μέρει τον… άρτο που του λείπει, μαζί και τα μικρά ή μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα της εξουσίας. Ταυτίζεται με έναν αθλητή ομοεθνή του –έστω και ιμιτασιόν– που κερδίζει κάποιον μεγάλο διεθνή αγώνα, νιώθοντας κι αυτός κερδισμένος: Ανήκει σε μια μεγαλύτερη ομάδα που νικά, κι ας μην έχει άλλη σχέση μαζί του, κι ας στερείται στη ζωή του αυτά που οφείλει να του παρέχει το κράτος.

chrarv@philelefheros.com

MINORITY REPORT, 25.08.2024