Από μικρός διέφερε από τα άλλα παιδιά αφού γεννήθηκε με κώφωση. Έπαιζε και επικοινωνούσε μαζί τους με χειρονομίες, ενώ έμαθε να διαβάζει τα χείλη τους. Ήταν καταδικασμένος στη σιωπή εφόσον εκείνα τα χρόνια δεν γινόταν δεκτός στο δημοτικό, ούτε υπήρχαν λογοθεραπευτές ή συνοδοί στα σχολεία και ενώ φοίτησε για ένα χρόνο στη Σχολή Κωφών στη Λευκωσία, του έλειπε τόσο η οικογένειά του και έκλαιγε καθημερινά, θέλοντας να επιστρέψει κοντά τους. Αυτό το ευαίσθητο παιδί ανέπτυξε βαθιά ενσυναίσθηση, έμαθε να αφουγκράζεται τον συνομιλητή του, διαβάζοντας πέρα από τις λέξεις και τα λόγια, στα βάθη της ψυχής του. Κάτι που λείπει από τους πλείστους ανθρώπους αφού ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να ακούσουν τον διπλανό τους, να μπουν στη θέση του και να τον νιώσουν.
«Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου», την αεικίνητη και βιαστική εποχή μας, απ’ όπου λείπει συχνά το απροσδόκητο, η μαγεία και τα θαύματα, μια συνάντηση με τον Φίλιππο έφερνε μεγάλη χαρά στους γύρω του. H εξυπνάδα και η οξυδέρκεια αλλά και ο αυθορμητισμός έκαναν τα πρόσωπα των θαμώνων των καφενείων όπου σύχναζε να φωτίζονται, απολαμβάνοντας τον καφέ μαζί του. Εκτός από το χιούμορ του, απέπνεε μια ασφάλεια και ηρεμία που έλειπε από τις ζωές των πολυάσχολων και βιαστικών θαμώνων.
Ο Φίλιππος θύμιζε τη «Μόμο» την ηρωίδα του γερμανού συγγραφέα Michael Ende, η οποία διέθετε ένα καταπληκτικό χάρισμα, ήξερε ν’ ακούει και ν’ αφουγκράζεται τους άλλους! Λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να το κάνουν αφού οι πλείστοι αναζητούν απλά έναν ακροατή για να τον βομβαρδίσουν με τα δικά τους, περιαυτολογώντας.
Όταν στην πόλη της Μόμο εμφανίστηκαν «οι γκρίζοι κύριοι» θέλοντας να την αναπτύξουν οικονομικά, οι άνθρωποι έχασαν τον ύπνο και την ηρεμία τους αφού πλέον τους κυνηγούσε ο χρόνος. Ο χρόνος που είναι χρήμα! Η Μόμο με την αθωότητά της ήταν η μοναδική που αντιστάθηκε στη διάβρωση, με τα μόνα όπλα που είχε στη διάθεσή της, ένα λουλούδι και μια χελώνα. Πολέμησε νικώντας την απέραντη στρατιά των «γκρίζων κυρίων» και τον χρόνο των ρολογιών που όλο τρέχει και πίσω δεν γυρνά. «Οι γκρίζοι άνθρωποι» που έπιναν ένα βιαστικό καφέ πριν πάνε στη δουλειά τους ή κάνοντας διάλειμμα απ’ αυτήν, χαίρονταν με την παρουσία του Φίλιππου, καλαμπούριζαν, σχολίαζαν τον ημερήσιο τύπο κι αυτός με ένα μαγικό τρόπο, επικοινωνούσε μαζί τους τους κι ας μην είχε φωνή.
Καθισμένη σε ένα καφέ με το laptop μου παρατηρώ τις παρέες γύρω μου. Σχεδόν σε κάθε τραπέζι υπάρχει κάποιος που μιλά ακατάπαυστα, που δεν βάζει γλώσσα μέσα. Το ίδιο συμβαίνει και σε δείπνα ή σε γαμήλια πάρτι, πάντα υπάρχει αυτό το πρόσωπο που θέλει να είναι το επίκεντρο της παρέας. Οι «γκρίζοι άνθρωποι» τον χειμώνα είναι σκούροι και μουντοί στα μαύρα και γκρι κουστούμια τους, αλλά ακόμη και το καλοκαίρι που φορούν τα χρωματιστά και τα λινά τους, πάλι γκρίζοι είναι μέσα τους και μέσα από τον καπνό των πούρων τους. Έχουν τα πάντα εκτός από χρόνο να χαρούν την οικογένεια και τους δικούς τους, αναλώνονται σε συμβούλια, συσκέψεις και επαγγελματικά cocktail parties.
Οι κυρίες τους κάθονται ξεχωριστά σε άλλα τραπέζια για να λεν «γυναικείες κουβέντες». Μαύρες τον χειμώνα, πολύχρωμες το καλοκαίρι, αλλά λαμπερές πάντα μες στη νύχτα, γυαλιστερές, με τραβηγμένες επιδερμίδες και μαλλιά. Λάμπουν μες στα διαμαντικά τους. Μόνο τα μάτια τους είναι θολά. Δεν έχουν αντιληφθεί πως η γη δεν περιστρέφεται γύρω από τις ίδιες και τον μικρόκοσμό τους, τα φανταχτερά τους αυτοκίνητα και τα πάρτι όπου θα επιδείξουν τα νέα τους ρούχα και κοσμήματα.
Οι άνθρωποι όλο και «γκριζεύκουμε» εφόσον μας λείπει ο αυθορμητισμός, η απλότητα, η ειλικρίνεια, το κέφι και η όρεξη να αστειευθούμε και να αφεθούμε. Ο Φίλιππος που είχε όλα αυτά άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια και στους θαμώνες των καφετεριών, όπου σύχναζε φρεσκοξυρισμένος, μυρωδάτος, με τα κολλαριστά του πουκάμισα, πίνοντας ή κερνώντας καφέδες και διαβάζοντας την εφημερίδα του. Ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσε να ακούει τον συνομιλητή του, διαβάζοντας τα χείλη και την καρδιά του.
Τις ζεστές μέρες του Αυγούστου θα κατέφθανε στην παραλία με την πετσέτα του υπό μάλης, να κολυμπήσει όπως όταν ήταν μικρός, στις παραλίες του Τρικώμου. Έντονη η απουσία του και στην εκκλησία του Άι Γιάννη όπου βοηθούσε από μικρός στο ιερό, χωρίς να χάνει λειτουργία ή μεγάλη γιορτή. Είναι το δεύτερο καλοκαίρι που δεν είναι ανάμεσά μας, αλλά με ένα παράξενο τρόπο, έστω κι αν είναι πια μακριά μας, ο Φίλιππος σίγουρα μας ακούει, όπως ήξερε πάντα να κάνει.

dena.toumazi@gmail.com