Α΄ ΜΕΡΟΣ

«Επειδή δεν πρέπει μόνο να λέμε την αλήθεια αλλά και το αίτιο του ψεύδους (Ἐπεὶ δ᾽ οὐ μόνον δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν ἀλλὰ καὶ τὸ αἴτιον τοῦ ψεύδους)»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a22-23

Ποια είναι η αλήθεια για την ηδονή και ποιο το ψεύδος; Η πραγμάτευση του Αριστοτέλη για την ηδονή ακολουθεί τη μέθοδό του. Ως φυσικός φιλόσοφος και βιολόγος δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα ζώα, οι άνθρωποι, ακόμη και τα μικρά παιδιά επιδιώκουν την ηδονή. Το γεγονός αυτό τον εμποδίζει να καταδικάσει την ηδονή εν γένει. Εδώ έγκειται το λάθος. Οι ηδονές καταδικάζονται συλλήβδην χωρίς να είναι όλες κακές. Για παράδειγμα, ακόμη και ο «φρόνιμος» άνθρωπος (αυτός που λειτουργεί με γνώμονα τη φρόνηση) έχει μερίδιο στην ηδονή, την ηδονή του νου. Οι περισσότεροι όμως όταν μιλούν για ηδονή εννοούν μόνο τη σωματική, με αποτέλεσμα να μονοπωλεί το όνομα:

«αλλά οι σωματικές ηδονές έχουν κληρονομήσει το όνομα (ἀλλ᾽ εἰλήφασι τὴν τοῦ ὀνόματος κληρονομίαν αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ) γιατί οι άνθρωποι ορμούν σ’ αυτές πολύ συχνά και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτές· επειδή λοιπόν είναι οι μόνες γνώριμες, γι’ αυτό νομίζουν ότι είναι και οι μοναδικές»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1153b33-1154a1

Η πρώτη αιτία της μαζικής προτίμησης των σωματικών ηδονών έχει ήδη λεχθεί. Πρόκειται για το γνωριμότερο είδος που ο καθένας μπορεί να απολαύσει χωρίς κόπο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για τον Αριστοτέλη, που δεν παύει να αναζητεί τις αιτίες ακόμη και της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Επομένως, θα αναλύσει τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Όπως ομολογεί, «όταν κάτι που δεν είναι αληθές φαίνεται εύλογο, θα πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο στο αληθές». Η παρουσίασή του λοιπόν θα αποτελέσει μια μεθοδική και συστηματική καταγραφή των επιχειρημάτων υπέρ των σωματικών ηδονών. Ένα προς ένα θα μελετηθούν όλα, αρχής γενομένης της σχέσης της ηδονής με τη λύπη.

«Επομένως πρέπει να πούμε για ποιον λόγο οι σωματικές ηδονές φαίνονται προτιμότερες από τις άλλες. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ηδονή αποδιώχνει τη λύπη· εξαιτίας της υπερβολικής λύπης, οι άνθρωποι επιδιώκουν την υπερβολική ηδονή και γενικά τη σωματική ως θεραπευτική. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες της ηδονής γίνονται έντονες, γι’ αυτό και τις επιδιώκουν, καθώς φαίνονται αντίθετες από τις άλλες»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a25-30

Ξεκινά από την αρχή, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ηδονή απαλλάσσει από τη λύπη. Έχει ήδη ειπωθεί βέβαια ότι οι σωματικές αποτελούν τον γνωριμότερο τύπο ηδονής και πιο εύκολα προσβάσιμο από όλους, τόσο από τα ζώα όσο και από τους φαύλους ανθρώπους που λόγω συνήθειας τις ακολουθούν χωρίς κριτήριο. Αλλά η ευκολία ποτέ δεν αποτέλεσε επιχείρημα. Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι διττή. Από τη μια, οι θεραπείες συμπληρώνουν μια έλλειψη είναι καλύτερο κάποιος να μην χρειάζεται θεραπεία παρά να στρέφεται προς τα εκεί για να αναπληρώσει το κενό. Θα προσθέσει και ένα τρίτο επιχείρημα: Οι ηδονές αυτές αναζητούνται στη διαδικασία ολοκλήρωσης και είναι μόνο κατά σύμπτωση καλές (κατὰ συμβεβηκὸς οὖν σπουδαῖαι). Θα επιστρέψει όμως στο προηγούμενο ζήτημα γρήγορα για να συμπληρώσει τη σκέψη του:

«Επιπλέον, οι άνθρωποι τις κυνηγούν εξαιτίας της σφοδρότητάς τους, και επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να χαρούν άλλες ηδονές (ὑπὸ τῶν ἄλλαις μὴ δυναμένων χαίρειν). Αυτοί, αλήθεια, συνηθίζουν τον εαυτό τους να έχει κάποια δίψα γι’ αυτές. Όταν λοιπόν είναι αβλαβείς, δεν είναι μεμπτό, αλλά το να είναι βλαβερές είναι κακό. Επειδή δεν έχουν άλλα πράγματα με τα οποία να χαρούν και σε πολλούς αυτά προκαλούν λύπη από τη φύση τους»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b2-7

Ο Αριστοτέλης προσθέτει και άλλους τύπους ανθρώπου που επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Οι νέοι, τους οποίους παραλληλίζει με τους μεθυσμένους, ακολουθούν τις ηδονές. Εξάλλου, η νεότητα από μόνη της είναι κάτι ευχάριστο (καὶ ἡδὺ ἡ νεότης). Παρομοίως οι εκ φύσεως μελαγχολικοί χρειάζονται πάντοτε μία θεραπευτική αγωγή (οἱ δὲ μελαγχολικοὶ τὴν φύσιν δέονται ἀεὶ ἰατρείας), και λόγω της διέγερσης το σώμα τους επιδιώκει σφοδρές επιθυμίες. Ως εκ τούτου, για να απαλλαγούν από τη λύπη επιλέγουν την ηδονή και μάλιστα όχι την αντίθετη της λύπης αλλά οποιαδήποτε άλλη τυχαία ηδονή. Οι ηδονές όμως δεν λειτουργούν όλες ως αντίδοτο στον πόνο. Οι θεραπευτικές, επομένως, δεν προσφέρουν μόνιμα ηδονή, καθώς είναι τυχαίες.

*Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022