Αθήνα- Λάρνακα, μια γεμάτη απογευματινή πτήση. Μου δόθηκε θέση στο παράθυρο, πάνω από το φτερό. Κάθισα, έβγαλα το βιβλίο μου για τον Κλιμτ και τη Βιέννη των καφενείων των αρχών του εικοστού αιώνα.  Και μόνο η σκέψη ότι θα είχα μπροστά μου μία ώρα και είκοσι λεπτά να διαβάσω χωρίς διακοπή, ήταν η απόλυτη ευδαιμονία.

Δεν άργησαν να καθίσουν δίπλα μου δύο κοπέλες του τόπου μου, βαρυφορτωμένες με λογής- λογής τσάντες, που προσπαθούσαν να τις βολέψουν κάτω και πάνω από τα πόδια και τα κεφάλια των διπλανών και των απέναντι, υπό το άγριο βλέμμα της αεροσυνοδού, που προφανώς κατάλαβε και δεν είπε γρι.

Τα κατάφεραν, κάθισαν, η διπλανή μου μια στρουμπουλούδα γλυκυτάτη, της οποίας το πρόσωπο έβγαινε από αγγείο της κυπροαρχαϊκής περιόδου. Η άλλη ολόγελη, ξερακιανή, μακιγιαρισμένη με χρυσά μαλλιά σιδερόπρεσας.

Μόλις απογειωθήκαμε, η διπλανή μου έβγαλε μέσα από μια από τις πολυάριθμες τσάντες ένα σακουλάκι.

«Θέλεις;», με ρώτησε δειλά. «Κάμνει τα η μάμμα μου τζαι πέμπει μου τα στην Αθήνα. Σπουδάζω».

Την ευχαρίστησα, γεύτηκα τα παξιμαδάκια με τον γλυκάνισο. Χαμογέλασα, και κατάλαβα ότι ο Κλιμτ θα ’πρεπε να περιμένει για μια άλλη φορά.

«Ήρτεν η αρφή μου να ψουμνίσει, παντρεύκεται! Εσύ;».

Δεν πρόλαβα να ευχηθώ «ώρες καλές», ούτε να απαντήσω τι γύρευα στην Αθήνα. Την προσοχή της διπλανής μου, τράβηξε αμέσως η «αρφή».

«Κόρη, δε ίνταμπου ήβρα.»

Αυτή τη φορά, μέσα από μία από τις πολυάριθμες «τσέντες» ανέσυρε ένα βιβλίο. Ο Κλιμτ είχε πια εξοστρακιστεί διά παντός. Έστρεψα με περιέργεια το βλέμμα να δω το βιβλίο: «Πώς να πετύχετε τον γάμο σας»! Κι από εκεί ξεκίνησε ίσως το πιο ενδιαφέρον μου ταξίδι Αθήνα- Λάρνακα, που μου επιβεβαίωσε περίτρανα τον λόγο της επιβίωσής μας στον χάρτη.

«Κόρη, θώρε, λαλεί ότι πρέπει να έβρουμεν ένα theme για ούλλον τον γάμον.»

«Δηλαδή;», ρώτησε η διπλανή μου.

«Ξέρω ’γώ, λαλεί δαμαί ας πούμεν θάλασσα, βάρκες, πουλιά, φκιόρα…»

«Κόρη, χάννεις; Ίντα σχέσην έσιει η θάλασσα τζαι τα πουλιά με το χωρκόν μας; Πελλάρες, τζαι πε μου ότι έδωκες τζαι ριάλια για να γοράσεις το βιβλίον.»

«Εν επολλοκατάλαβα μ’ εγώ. Ξήχασ’ το, γυρεύκω αν λαλεί τίποτε για αλλάματα τζαι εν ιβρίσκω τίποτε.»

«Γιατί οι Καλαμαράδες κάμνουν αλλάματα; Η μάνα μας ήβρεν τον τσέστον της στετές της, πιλέ τζαι ετοίμασεν τον.»

«Τον τσέστον ίνταμπου ’ννά τον κάμω;»

«Μες στον τσέστον έννα βάλουμεν τα παπούτσια, τες βέρες, τζαι το κότσινον το ρούχον που ’ννα σε ζώσουν.»

«Εν λαλεί τίποτε το βιβλίον για αλλάματα. Άραγες σου εν’ πολλά χωρκάτικον; Να μεν τα κάμουμεν;»

Η διπλανή μου σοβάρεψε.

«Άκουε, αλλάματα τζαι ξιουρίσματα έννα κάμουμεν που να φακκάς πάνω-κάτω. Ούλλοι κάμνουν. Εσού έννα κάτσεις, οι κουμέρες γυρόν σου να χορεύκουν, οι γονιοί μας να σε ζώννουν, τζαι τον γαμπρόν με την φανέλλαν την αμάνικην έννα τον ξιουρίσουν θέλει εν θέλει…»

«Φαίνεται μου πολλά χωρκάτικον, άησε, θωρούμεν τζαι κάμνουμεν. Εν’ μέσ’ τον νουν μου όμως το θέμαν, το theme. Γίνεται να μεν έχουμεν θέμαν;»

«Παραίτα ολάν, θέμαν τζαι θέμαν. Έτο το θέμαν εν’ ο γάμος.»

«Όι, εν εκατάλαβες. Το θέμαν πρέπει να φαίνεται. Σιώπα να σκεφτούμεν. Ας πούμεν πά’ στο προσκλητήριον τζαι πά’ στα τραπέζια πρέπει να εν’ το θέμαν.»

Συγκρατήθηκα για να μην επέμβω και να σπάσω τη ροή του λόγου τους. H «αρφή» συγχύστηκε προς στιγμήν, αλλά συνέχισε:

«Κόρη μα δε. Λαλούν σου τζαι πού έννα κάτσεις.»

«Άγια ολάν τζ’ εσύ. Έβρε θέμαν να πνάσεις τζαι παραίτα το βιβλίον.»

Η αρφή όμως συνέχισε να φυλλομετρά το βιβλίο.

«Μα αφού που την αρκήν ως το τέλος πρέπει να έσιει θέμαν ο γάμος.»

«Βάλε ολάν, ξέρω ’γώ, μιαν ποκαλάμην, έναν δρεπάνιν, έναν τσέστον, σκέφτου ίνταμπου έσιει το χωρκόν μας.»

«Τούτα τζ’ αν εν’ χωρκάτικα πράματα.»

«Δε δαμαί, λαλεί ότι έσιει επάγγελμαν πιον για να σου λαλούν ίνταλος να πετύχει ο γάμος σου. Οργανωτής γάμου – εν’ Εγγλέζικα που το λαλούν… Έτο δαμαί. Πιερώνεις τζαι πνάζεις. Τζαι θέμαν βρίσκουν σου, τζαι φκιόρα βάλλουν στην εκκλησιάν, τζαι πού να κάτσουν τζαι πού να σταθούν λαλεί τους, τζαι φαγιά κανονίζει, τζαι κουτίν για τα φακελλούθκια… Ούλλα κάμνουν τα.»

«Ναι, ππέσε που τζείν’ το πλευρόν! Έννα πουν της Μαρούλλας ίντα φαγιά έννα κάμει; Ρέσιν; Λαλούν για ρέσιν; Έτο, έννα έσιει οφτά και σούβλες. Τζαι λουκκούμια τζαι κανεί.»

«Δαμαί λαλεί ότι πρέπει να έσιει πρώτον πιάτον.»

«Τσιατιστά λαλεί;»

«’Οι έν λαλεί, παραίτα με τα τσιατιστά»

«Εννά ’βρεις τον πελάν σου. Η μάνα μας είπεν του Μιχάλη, φκιολάρης τζαι λαουτάρης εννά ’ρτουν που το Παραλίμνιν.»

«Γιατί το χωρκόν μας εν έσιει φκιολάρην; Εν’ καλλύττεροι που λλόου μας εις το Παραλίμνιν;»

«Τζαι να σου πω έναν πράμαν για να πνάσεις: άντραν ήβρες τζ’ εδέχτην να σε πάρει, νυφικόν εγόρασες που την Αθήναν, εκκλησιάν, παπάν τζαι φκιολάρην ήβραμεν, αλλάματα έννα κάμουμεν. Τζ’ ο τζύρης σου τζ’ η στετέ σου εκάμαν, τζ’ η κόρη που ’ννα κάμεις έννα τα κάμει τζαι τζείνη.»

Κατακλείδα, πάντα υπάρχει ένας νούσιμος που θα μας σώσει.

Ελεύθερα, 27.10.24