Καλά το λέει ο φίλος Κώστας Κούρκουλος, δικηγόρος, αρθρογραφεί στο metarithmisi.gr, στα ΝΕΑ, στην Athens Voice και στα social media. Για τούτον τον τύπο, που δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο:
«Σαφώς και οι λαοί αποστρέφονται τους “ενόπλους ιεραποστόλους”. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν έχουμε να κάνουμε καν με κάποια “‘ενοπλη ιεραποστολή” για αποκατάσταση της Δημοκρατίας, όπως υπαινίσσονται οι αυτόχθονες τραμπιστές.
Αντίθετα έχουμε να κάνουμε με ωμή πειρατεία.
Μετά τον επιθετικό πόλεμο του Πούτιν και την πειρατεία Τραμπ, στην πραγματικότητα ανατρέπονται οι κανόνες της διεθνούς νομιμότητας.
Μόνη ελπίδα για όλη την ανθρωπότητα είναι η Ευρώπη.
Ο γεωγραφικός, πολιτισμικός και “ιστορικός” χώρος ο οποίος, ναι μεν δεν απεφυγε στην ιστορία του παρόμοιες συμπεριφορές, πλην όμως στη συνέχεια όχι μόνον τις καταδίκασε και τις απέρριψε ρητά αλλά απάντησε και στον κίνδυνο επανάληψής τους με ένα θεσμικό θαύμα: Με την εσωτερική κατάργηση των συνόρων της, την προϊούσα ενοποίησή της και περισσότερη Δημοκρατία.
Αν λοιπόν ελπίζουμε σε κάτι περισσότερο, είναι η περαιτέρω ενοποίησή της».
Οι αγαπητοί μου ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές ή ό,τι άλλο, δεν έχουν μια λύση για κάθε πρόβλημα. Αντιθέτως, έχουν ένα πρόβλημα για κάθε λύση.
Χθες, στην άγρια ταλαιπωρία στην οποία υποβληθήκαμε στην Αθήνα για να πετάξουμε στους προορισμούς μας, επειδή κάτι δεν πήγε καλά με το σύστημα εναέριας κυκλοφορίας.
Όπως και να έχει, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, γιατί θα μου ανέβει ξανά η πίεση.
Όμως, φτάνοντας επιτέλους στη Λάρνακα αργά το απόγευμα, χάρηκα που μόνο ένας ιμάντας λειτουργούσε. Όλες οι αφίξεις … εμείς. Πέρασε η πρώτη βαλίτσα, μόνη κι έρημη. Μετά, άλλη μία. Μέτρησα έξη.
Οι υπόλοιπές;
Έμειναν στην Αθήνα. Μα τόση ώρα είχαν να τις φορτώσουν, τι έγινε;
Τρέχα γύρευε.
«Συμπληρώστε εδώ τα στοιχεία σας. Το μέγεθος και το χρώμα των βαλιτσών. Και την διεύθυνση που θα σας τις φέρουμε».
Πότε;
Αύριο, μάλλον!
Αυτό το «μάλλον» που τόσο το μισώ. Διότι δεν «λέει» τίποτα.
Ή μάλλον, λέει και παραλέει.
Τουτέστιν, είσαι τυχερός αν επιστρέφεις στην Αθήνα σε μία ή δύο μέρες, οπότε τους λες «κρατείστε τις εκεί».
— Δεν γίνεται;
— Γιατί;
— Διότι είναι δρομολογημένες νάρθουν;
— Πότε; Κι από ποιο δρομολόγιο;
Η κυρία στη Λάρνακα, έπαιρνε κιόλας τα στοιχεία του επόμενου επιβάτη. Αυτουνού, θα του την παραδώσουν στην Πάφο.
«Άχ, και τι ωραία περάσαμε σταις Αθήναις», μονολογούσε η μπροστινή μου στα διαβατήρια. Πράγματι, το παραδέχονται και οι ίδιοι ότι «Παιδιά, όπου πηγαίναμε, μόνο κυπριακά άκουγες». Ισχύει. Στο ακέραιο.
Άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι Κύπριοι που επισκέπτονται την Ελλάδα, κυρίως την Αθήνα:
1. Ενθουσιάζονται με την μεγάλη ποικιλία των εστιατορίων και ταβερνών της. Το ίδιο και με τις καφετέριες. Τα ξέρουν καλύτερα από εμάς που ζούμε εκεί. Κι όταν ανεβαίνουν οι ορδές από το νησί, εμείς οι ντόπιοι δεν βρίσκουμε εστιατόριο να φάμε. «Είναι ρεζερβέ, από Κύπριους». Ας είναι. Να βελτιωθεί κι άλλο η οικονομία μας.
2. Στις συζητήσεις τους, οι φίλοι από το νησί πάντα συγκρίνουν την ποιότητα, το κόστος και οπωσδήποτε την εξυπηρέτηση των λεγόμενων καλών εστιατορίων και καφετεριών, και συμφωνούν ότι, σε όλα αυτά που αναφέρουμε, η Κύπρος είναι πολύ πίσω.
3. Βεβαίως τα απάχικα ταβερνάκια και αξεπέραστα σουβλατζίδικα στο νησί, βάζουν τα γυαλιά στα κυριλλέδικα γκουρμέ, τα πλείστα εκ των οποίων κάθε άλλο παρά γκουρμέ είναι, και οι τιμές τους είναι απαράδεκτες.
«Γιατί ρε κουμπάρε τους χρέωσες τόσα τους ανθρώπους;», ρωτώ πολύ συχνά. Πηγαίνω γυρεύοντας.
«Έλα μωρέ, έχουν φράγκα αυτοί!». Τούτο με τρελλαίνει. Μπορεί να είναι λίγα αυτά τα λαμόγια. Αλλά και ένας να είναι, γίνομαι έξαλλος. Και στο τέλος τσακώνομαι. Πολλές φορές άγρια. Τις τρώω κιόλας, βεβαίως.
Κι ακούω και τον εξάψαλμο από την γλυκιά μου συμβία.
Παιδιά! Καλή χρονιά να έχουμε. Βασική προϋπόθεση, να ηρεμήσουμε. Να μαζευτούμε, γιατί έχουμε ξεφύγει. Να βοηθάμε έμπρακτα όσους στερούνται αυτά που εμείς πετάμε. Να «μικρύνουμε», να «χαμηλώσουμε», και να αγαπάμε.