Είχαμε να συναντηθούμε κάποιους μήνες. «Γεια σου, είσαι εντάξει;», τον ρώτησα. «Καλά εσύ;», με ρώτησε με τη σειρά του. Πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου ακούστηκε ο ήχος ενός νέου μηνύματος στο κινητό του οπότε σηκώθηκε πάνω και απομακρύνθηκε για να απαντήσει κι έτσι δεν έμαθε ποτέ αν είμαι καλά ή δεν είμαι.

Δεν φάνηκε, βέβαια, να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα, αλλά θα μπορούσε έστω μέσα στο πλαίσιο μιας στερεοτυπικής ευγένειας ν’ αποτελέσει το έναυσμα για να πούμε κάποια ουσιαστικά πράγματα που έτσι έμειναν ανείπωτα.

Φυσικά, δεν το πήρα προσωπικά γιατί με μια ματιά γύρω μου την ίδια στιγμή διαπίστωσα ότι κανέναν στην αίθουσα δεν απασχολούσε να πει οτιδήποτε ουσιαστικό με τον διπλανό του, αφού ήταν όλοι καθηλωμένοι στις οθόνες των τηλεφώνων τους και έβλεπαν βιντεάκια, διάβαζαν κουτσομπολιά, έστελναν μηνύματα. Άλλοι συνοφρυωμένοι, άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι εντελώς ανέκφραστοι έκαναν την καθημερινή μεγάλη βόλτα τους στο δικό τους διαδικτυακό σύμπαν, αποκομμένοι από τους διπλανούς τους, κλεισμένοι στο μοναχικό κελί του «εγώ» τους όπου χωρούν μόνο φωτογραφίες, σχόλια και τρολ αγνώστων χιλιάδες μίλια μακριά που δεν σημαίνουν τίποτε γι’ αυτούς και που τα ξεχνούν την ίδια στιγμή που αντικαθίστανται από τα επόμενα καθώς …σκρολάρουν την οθόνη.

Ξεχωρίζω δύο παρέες που… «βγάζουν μάτι». Οι γονείς γύρω στα πενήντα και τα δύο έφηβα παιδιά τους. Μέσα σε μισή ώρα δεν αντάλλαξαν μια κουβέντα πέρα από τη στιγμή που ήρθαν τα αναψυκτικά και οι καφέδες στο τραπέζι τους…Έγειραν πίσω αναπαυτικά και οι τέσσερις –μάλιστα, το αγόρι ανέβασε και το ένα πόδι του στην καρέκλα για περισσότερη άνεση– και ύψωσαν όλοι τους τοίχους των κινητών τους μπροστά στο πρόσωπο τους.

Δεν έχουν θέματα να συζητήσουν για το σχολείο; Για τους φίλους τους; Για το βιβλίο που διάβασαν πρόσφατα; Εντάξει μπορεί να τα συζητούν στο σπίτι αλλά …χλωμό το βλέπω, καθώς τρέχουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις για να προλάβουν τις υποχρεώσεις σε αυτές τις ηλικίες. Εδώ και τώρα, είχαν, τουλάχιστον, βρει χρόνο να είναι όλοι μαζί!

Η άλλη παρέα είναι τρεις άνδρες κάποιας ηλικίας που είναι κι αυτοί στο ίδιο λούκι της διαδικτυακής ευωχίας. Θα μου πείτε, μπορεί να είναι φίλοι για σαράντα χρόνια και δεν χρειάζεται πια να πουν τίποτε μεταξύ τους. Δίνουν την εντύπωση ότι …βαριούνται ν’ ακούσουν ο ένας τον άλλο, ότι τσιγκουνεύονται να δώσουν ενέργεια για του μιλήσουν. Μπορεί να είπαν ό,τι είχαν να πουν, μπορεί να έκαναν ό,τι είχαν να κάνουν, τώρα είναι ώρα να …κλείσουν μάτια και αυτιά στον πραγματικό κόσμο!