Η πρόταση για τη δημιουργία ενός νέου διεθνούς οργανισμού με την ονομασία «Συμβούλιο της Ειρήνης», που αποδίδεται στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, παρουσιάζεται ως μια πρωτοβουλία για την επίβλεψη ειρηνευτικών διεργασιών σε πολεμικές συγκρούσεις. Πίσω όμως από τον ελκυστικό τίτλο και τη ρητορική περί ειρήνης αναδύεται ένας βαθιά προβληματικός θεσμικός σχεδιασμός, που απειλεί να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ και κυρίως να μετατρέψει τη διεθνή διαμεσολάβηση σε εργαλείο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των ΗΠΑ.
Η ίδια η δομή του προτεινόμενου Συμβουλίου αποκαλύπτει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Η ισόβια προεδρία του εκάστοτε Προέδρου των ΗΠΑ, η αποκλειστική αρμοδιότητα επιλογής των μελών και οι αναφορές σε οικονομικό τίμημα για μόνιμη συμμετοχή, συνθέτουν έναν μηχανισμό όπου η ισχύς, το χρήμα και η πολιτική υποταγή αντικαθιστούν τη συλλογική νομιμοποίηση και το διεθνές δίκαιο. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν θεσμό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με τον μανδύα της ειρήνης.
Το σοβαρότερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς η αμφισβητήσιμη ηθική της πρότασης, αλλά η ευθεία υπονόμευση του ΟΗΕ. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, παρά τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του, παραμένει ο μόνος διεθνώς αναγνωρισμένος θεσμός με καθολική συμμετοχή και θεσμική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Η δημιουργία ενός παράλληλου μηχανισμού, ελεγχόμενου από μία υπερδύναμη, δεν έρχεται να συμπληρώσει τον ΟΗΕ, αλλά να τον παρακάμψει και εν τέλει να τον αντικαταστήσει.
Η ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων προσφέρει άφθονα παραδείγματα για το πώς αντιλαμβάνονται οι ΗΠΑ τον ρόλο του διεθνούς δικαίου όταν αυτό δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Παρά την αρνητική στάση του Συμβουλίου Ασφαλείας και την απουσία σαφούς διεθνούς νομιμοποίησης, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε στρατιωτική επέμβαση, κατασκευάζοντας εκ των υστέρων μια «συμμαχία των προθύμων», ώστε να αποφύγουν την κατηγορία της μονομερούς δράσης. Το αποτέλεσμα ήταν η αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής, εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και μια χώρα βυθισμένη στο χάος.
Αντίστοιχα παραδείγματα μπορούν να αναζητηθούν στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, αλλά και σε πιο έμμεσες παρεμβάσεις στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο ρυθμιστικός ρόλος των ΗΠΑ δεν υπαγορεύτηκε από τις αρχές της ειρήνης ή της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά από γεωπολιτικά, ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα. Η ειρήνη λειτούργησε ως πρόσχημα, όχι ως στόχος.
Υπό αυτό το πρίσμα, το προτεινόμενο «Συμβούλιο της Ειρήνης» δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερος διαμεσολαβητής. Αντίθετα, προοιωνίζεται έναν μηχανισμό όπου κάθε σύγκρουση θα αξιολογείται και θα «ρυθμίζεται» ανάλογα με το κατά πόσο ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι φίλοι θα απολαμβάνουν προστασία και ανοχή, ενώ οι αντίπαλοι θα αντιμετωπίζονται ως απειλές προς «εξουδετέρωση». Η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι ειρήνη, είναι πολιτική κυριαρχία με άλλο όνομα.
Η χρήση του όρου «Ειρήνη» στον τίτλο του Συμβουλίου λειτουργεί, επομένως, παραπλανητικά. Δεν πρόκειται για ειρήνη που θεμελιώνεται στο διεθνές δίκαιο, στη συλλογική ασφάλεια και στον σεβασμό της κυριαρχίας των λαών, αλλά για ειρήνη που επιβάλλεται από τον ισχυρό. Μια ειρήνη εύθραυστη, άδικη και προσωρινή, γιατί δεν αντιμετωπίζει τα αίτια των συγκρούσεων, αλλά απλώς διαχειρίζεται τα αποτελέσματά τους προς όφελος του κυρίαρχου παίκτη.
Η διεθνής κοινότητα οφείλει να δει πίσω από τις λέξεις και να αντισταθεί στη θεσμοποίηση της αυθαιρεσίας. Αν ο ΟΗΕ βρίσκεται σε κρίση, η λύση δεν είναι η υποκατάστασή του από μονομερείς μηχανισμούς ισχύος, αλλά η ενδυνάμωσή του, η δημοκρατικοποίηση των δομών του και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο διεθνές δίκαιο. Διαφορετικά, η «ειρήνη» θα παραμείνει προνόμιο των ισχυρών και οι λαοί θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι την πρόσκληση έχουν ήδη αποδεχθεί 23 χώρες. Μεταξύ των προσκεκλημένων συγκαταλέγεται και η Κύπρος. Το δίλημμα εστιάζει αφενός, στην ανάγκη αξιοποίησης διεθνών συμμαχιών και, αφετέρου, της συμμετοχής σε έναν οργανισμό του οποίου η λειτουργία και οι επιδιώξεις φαίνεται να στρέφονται, κατά το δοκούν, όχι υπέρ αλλά εις βάρος της ειρήνης και του διεθνούς δικαίου.