Η εκλογή του Γιώργου Βασιλείου στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1988 ήταν μια τομή στο κυπριακό πολιτικό σύστημα ως αποτέλεσμα ανακατατάξεων στους κόλπους του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού. Ο Βασιλείου, εκπρόσωπος μιας τεχνοκρατικής τάσης μέσα στην αστική τάξη, παρουσιάστηκε ως ο εκφραστής του εκμοντερνισμού-εκσυγχρονισμού στο χώρο της οικονομίας και της διοίκησης και ως ο εκπρόσωπος εκείνων των νέων αστικών στρωμάτων της μετανεξαρτησιακής περιόδου, τα οποία δεν ήταν συνδεδεμένα με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και είχαν περιορισμένες σχέσεις με την εμπορομεσιτική μεταπρατική μερίδα της κυπριακής αστικής τάξης. Από τις προτεραιότητες του ήταν να λύσει το Κυπριακό χθες.
Η εκλογή του προέκυψε και από μια τυχαιότητα, από αυτές που καμιά φορά βγάζουν την Ιστορία από την κανονική της πορεία. Το ΑΚΕΛ είχε αποφασίσει να στηρίξει την υποψηφιότητα του Πάφιου πολιτικού, πρώην υπουργού Γεώργιου Ιωαννίδη με μεγάλες πιθανότητες να εκλεγεί. Όταν, όμως, κυκλοφόρησε μια φωτογραφία του από μια τεκτονική στοά απέσυρε την στήριξη του και υιοθέτησε την υποψηφιότητα του Γιώργου Βασιλείου, παρόλο που και με αυτό υπήρξαν στην αρχή αμφιταλαντεύσεις για τις υποτιθέμενες σχέσεις του με τον αγγλικό παράγοντα. Η τυχαιότητα λοιπόν, μια ρωγμή στην πορεία της Ιστορίας.
Δεδομένου ότι ο Βασιλείου ανέλαβε την προεδρία της Δημοκρατίας με τη στήριξη του ΑΚΕΛ, κάποιοι αναλυτές είδαν μια προσπάθεια του κόμματος αυτού να διεμβολίσει την κυπριακή αστική τάξη και να ωθήσει στη δημιουργία ενός αστικού πόλου με τον οποίο θα μπορούσε να συγκυβερνήσει δημιουργώντας ένα νέο μπλοκ εξουσίας.
Εφαρμόζοντας όμως στην ουσία την πολιτική Κληρίδη στο εθνικό θέμα, έγινε εύκολα αποδεκτός από την μεταπρατική αστική τάξη και το ΔΗΣΥ. Μόνο στις παραμονές των επόμενων προεδρικών εκλογών, για καθαρά κομματικούς λόγους και με στόχο την εξουσία, ο ΔΗΣΥ διαφοροποιήθηκε στο Κυπριακό από τον Βασιλείου απορρίπτοντας τις ιδέες Γκάλι. Παρουσιάστηκε με μια «πατριωτική» μετάλλαξη προκειμένου να πετύχει την στήριξη του ΔΗΚΟ χωρίς την οποία δεν μπορούσε να ελπίζει να βρεθεί στην εξουσία.
Ο Γιώργος Βασιλείου παρουσιαζόταν ως νεωτεριστής, γνώστης των οικονομικών και με νέες ιδέες στο Κυπριακό. Ανέπτυξε ξεχωριστές σχέσεις με την βρετανίδα πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ και στην Ουάσιγκτον γινόταν δεκτός από την αμερικανική διπλωματία με θετική πρόσληψη. Οι ιδέες του για λύση του Κυπριακού καθώς κινούνταν στη «ρεαλιστική γραμμή» που είχε υιοθετήσει ο ΔΗΣΥ, θεωρούνταν ως τέτοιες θετικές από τον αγγλοαμερικανικό παράγοντα που έβλεπε αρνητικά την πολιτική του προηγούμενου Προέδρου Σπύρου Κυπριανού.
Στο Κυπριακό, επί Βασιλείου εισάγεται και κατοχυρώνεται για πρώτη φορά με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας η έννοια της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας-ΔΔΟ με το Ψήφισμα 649 (1990). Σε αυτό το ψήφισμα γίνεται για πρώτη φορά αναφορά σε λύση δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας. Έτσι αναφέρεται ρητά ότι το Συμβούλιο «καλεί τους ηγέτες των δυο κοινοτήτων να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να επιτύχουν ελεύθερα μια αμοιβαία αποδεκτή λύση που να προνοεί για την εγκαθίδρυση ομοσπονδίας, η οποία θα είναι δικοινοτική όσον αφορά τις συνταγματικές πτυχές και διζωνική όσον αφορά τις εδαφικές πτυχές, σύμφωνα με το παρόν ψήφισμα και τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979…. Η εισαγωγή της έννοιας αυτής ήταν απαίτηση της Άγκυρας και επιτεύχθηκε με τη βρετανική στήριξη.
Στο ιδεολογικό πεδίο η εκλογή Βασιλείου έδωσε ξανά ελπίδες στον κυπριωτισμό που είχε ηττηθεί από την ελληνοκεντρική ιδέα από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80, ειδικά και μετά την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Βασιλείου προσωποποιούσε ως ένα σημείο τη νεοκυπριακή νοοτροπία, είχε τάσεις κοσμοπολίτικες, ήταν άνθρωπος του μάρκετινγκ και των δημοσίων σχέσεων, τεχνικές που θέλησε να εισαγάγει και στην πολιτική ζωή, και γενικά ήταν ξένος με την κυπριακή ιστορική παράδοση με την οποία συνδέονταν οι άλλοι πολιτικοί. Αυτό και μια κάποια αλαζονεία με την οποία πολιτευόταν τον έκαναν από νωρίς στόχο του υπόλοιπου πολιτικού κατεστημένου αλλά και όσων πίστευαν ότι η πολιτική του οδηγούσε στην «αποελληνοποίηση» της Κύπρου. Έτσι κατά ένα παράδοξο τρόπο, χωρίς να το επιδιώξει, συνέβαλε στην υποχώρηση της νεοκυπριακής ιδεολογίας.
Για τους ίδιους λόγους ή αρνητική εικόνα του Γιώργου Βασιλείου απέτρεψε επίσης την εισαγωγή στην πολιτική ζωή του τόπου μιας τεχνοκρατικής αντίληψης των προβλημάτων που παρουσιάστηκε με τη μορφή της ιδεολογίας του εκσυγχρονισμού. Μια τέτοια ιδεολογία αντιμετωπίστηκε ως επικίνδυνη για έναν τόπο που βίωνε την κατοχή και ειδώθηκε σαν μια μορφή απολιτικοποίησης. Οι στενές σχέσεις που ανέπτυξε άλλωστε με τη Μάρκαρετ Θάτσερ,ο νεοφιλελευθερισμός που υιοθετούσε στην οικονομία, μια δόση πολιτικού αυταρχισμού και η αυτοπεποίθηση ότι θα έλυνε το Κυπριακό που το αντιμετώπιζε πολλές φορές με όρους μάρκετινγκ, δεν άφηναν πολλά περιθώρια εισαγωγής στην πολιτική ζωή και την κοινωνία γενικότερα του νέου ιδεολογικού στίγματος του οποίου ο Βασιλείου παρουσιαζόταν ως φορέας.
Σε κάθε περίπτωση όμως στη δεκαετία του ΄80 αρχίζει να διαμορφώνεται έντονα η ιδέα της υπεράσπισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν πριν το 1974 η υπεράσπιση της κυπριακής κρατικής οντότητας δεν συγκέντρωνε την ομόθυμη αποδοχή, στη δεκαετία του ΄80 είναι ένας κοινός στόχος ανεξάρτητα των όποιων άλλων ιδεολογικών διαφορών.
Το αρχικό πολιτικό στοίχημα του Βασιλείου που ήταν να διεμβολίσει με τη βοήθεια του ΑΚΕΛ, χρησιμοποιώντας και τον κρατικό μηχανισμό, τα αστικά εκείνα στρώματα που είχαν αρχίσει να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην παραδοσιακή πολιτική ηγεσία των κληρονόμων του Μακαρίου, αν και ξεκίνησε με πολύ καλούς οιωνούς, σκόνταψε στο τέλος στο πολιτικό πρόβλημα και στην υιοθέτηση της «ρεαλιστικής γραμμής» ΔΗΣΥ-Κληρίδη για τη λύση του Κυπριακού.
Μερίδα των αστικών στρωμάτων αλλά και οι μικροαστοί τρομοκρατήθηκαν με την υποχωρητική πολιτική του στο Κυπριακό και με την νεοκυπριακή ιδεολογία που του απέδιδαν. Αυτό εκμεταλλεύτηκε ο ΔΗΣΥ, απέρριψε τις ιδέες Γκάλι που όμως δεν ήταν ξένες στην πολιτική του φιλοσοφία, και με την «πατριωτική» μετάλλαξη του κέρδισε τις προεδρικές εκλογές.
Η συμβολή του Βασιλείου στην οικονομική ανάπτυξη, πέρα από το ευφάνταστο εκείνο να μετατρέψει την Κύπρο σε Σιγκαπούρη της Μεσογείου, υπήρξε περιορισμένη, Το λεγόμενο «οικονομικό θαύμα» στην κυπριακή οικονομία είχε ήδη συντελεστεί, με οδυνηρές όμως συνέπειες για το περιβάλλον και τους εργαζόμενους, όπως το παρατηρούσε ένας οικονομολόγος, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, που διετέλεσε και υπουργός Γεωργίας. Η ραγδαία ανάπτυξη, έγραψε, βασίστηκε « στην υπερκατανάλωση της προικοδότησης μας από τη φύση και από τις προηγούμενες γενιές» και «πολύ απέχει από του να έχει φέρει κοινωνική δικαιοσύνη». Ο Βασιλείου συνέχισε στον ίδιο δρόμο.
Η αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση έγινε με καθυστέρηση από τον Βασιλείου(4 Ιουλίου 1990), γιατί σε αυτή εναντιωνόταν ο βρετανικός παράγοντας, και κάτω από την πίεση τόσο από το εσωτερικό όσο και από την Αθήνα. Τον Νοέμβριο του 1988 δημιουργήθηκε η Κίνηση για την Ευρώπη με πρόεδρο τον Γεώργιο Ιωαννίδη, πρώην υπουργό στην κυβέρνηση Μακαρίου, που συνδύασε την πίεση της για την υποβολή αίτησης ένταξης με αυτή της Αθήνας. Τον δρόμο για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ τον άνοιξε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κέρκυρας, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1994 υπό την προεδρία του, αποτέλεσε ορόσημο για την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, καθώς αποφασίστηκε η ένταξή της στην προενταξιακή διαδικασία. Ο δε Παπανδρέου έκανε καθαρό τότε στους Ευρωπαίους ηγέτες ότι η Ελλάδα θα εμπόδιζε οποιανδήποτε διεύρυνση της ΕΕ που δεν θα περιλάμβανε την Κύπρο.
Στα θετικά του η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου αν και με κάποια ελλειμματικά, στα αρνητικά του η συνέχιση του πελατειακού συστήματος.
Φυσικά είναι αδύνατο να γίνει σε ένα άρθρο ολοκληρωμένος απολογισμός της πενταετίας Βασιλείου. Η εκλογή του πάντως που φάνηκε στην αρχή σαν μια τομή, δεν άγγιξε ουσιαστικά το σύστημα που συνέχισε άλλωστε να το υπηρετεί και μετά τη προεδρική θητεία του συνεργαζόμενος με τον Κληρίδη.
*Πανεπιστημιακός
stephanos.constantinides@gmail.com