Αναφερόμενη στα πορίσματα που «σκιαγραφούν το κυπριακό ποδόσφαιρο να είναι βυθισμένο στο σκοτάδι», η ποινική ανακρίτρια Αλεξάνδρα Λυκούργου, σημειώνει: «Η σκοτεινή εικόνα που περιγράφουν τα πορίσματα ενισχύεται από τα άρθρα του δημοσιογράφου Φάνη Μακρίδη και από δημόσιες καταγγελίες αθλητικών παραγόντων».

Μπορεί να είναι η πρώτη φορά, που ερευνών λειτουργός δίνει εύσημα σε δημοσιογράφο και δημοσιογραφικό έργο. Αλλά ο Φάνης ξεκίνησε τις αποκαλύψεις από το 2018 για τα θέματα, που επιβεβαίωσαν έρευνες ποινικών ανακριτών. Όλα τα προηγούμενα χρόνια ουδείς έδινε σημασία. Ουδείς αποφάσισε ότι έπρεπε να ερευνηθούν όσα έφερνε στο φως. Όχι μόνο Εισαγγελείς και υπουργοί και αστυνομίες, αλλά ούτε οι δημοσιογράφοι οι ίδιοι. Διότι και στο δικό μας σινάφι αντικρύσαμε ρεζιλίκια. Ίσως τα πιο μεγάλα του δημοσιογραφικού χώρου.

Όταν το 2024 μια δωδεκαμελής επιτροπή εκ μέρους της Ένωσης Αθλητικογράφων Κύπρου, αποφάσισε να βραβεύσει την έρευνα του Φάνη Μακρίδη, που αφορούσε το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο του προέδρου της ΚΟΠ, Γιώργου Κούμα (από τη μια ως αξιωματούχος της ΚΟΠ έπαιρνε αποφάσεις για ποδοσφαιρικές ομάδες και από την άλλη ως επιχειρηματίας πωλούσε τηλεοπτικό προϊόν ποδοσφαιρικών ομάδων) η διοίκηση της ΕΑΚ αποφάσισε να παρακάμψει την δική της «ανεξάρτητη επιτροπή».

Ξαφνικά ανακοίνωσε ότι «αναστέλλει» τη βράβευση του Φάνη, διότι της απέστειλε επιστολή η ΚΟΠ (δηλαδή ο Κούμας) εκφράζοντας «έκπληξη και δυσφορία» και σημειώνοντας ότι απορρίπτει την έρευνα του δημοσιογράφου. Απορρίφθηκε από την ΚΟΠ και οι δημοσιογράφοι της ΕΑΚ δέχθηκαν την απόρριψη! Διότι ήθελαν να τα έχουν καλά με τον Κούμα ο οποίος όπως αποκαλύφθηκε τότε παρενέβαινε και στις δουλειές που έδιναν στους αθλητικογράφους οι τηλεοπτικές πλατφόρμες.

Τα υπενθυμίζω γιατί μετά από όσα αποκάλυψε η ποινική ανακρίτρια Αλεξάνδρα Λυκούργου για τα ευρήματα της έρευνάς της (που έκανε μαζί με τέσσερις αστυνομικούς), στο φάσμα της ατιμωρησίας που ταλανίζει τον τόπο, δεν είναι εκτεθειμένοι μόνο οι Εισαγγελείς που κρατούν το πόρισμα επί μήνες και δεν αποφασίζουν αν θα ασκήσουν διώξεις, είναι εκτεθειμένοι και οι δημοσιογράφοι της αθλητικής ενημέρωσης. Ιδίως γιατί πρώτοι αυτοί γνωρίζουν τι συμβαίνει στο ποδόσφαιρο και σιωπούν. Στην γενικότερη εικόνα όλοι γνωρίζουν.

Να θυμίσω ότι το 2009 ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Σοφοκλής Σοφοκλέους δήλωνε ότι ο υπόκοσμος διείσδυσε στο ποδόσφαιρο. Να θυμίσω ότι το 2011 ο τότε πρόεδρος του ΚΟΑ, Νίκος Καρτακούλης, δήλωνε έτοιμος να συγκρουσθεί με τα κυκλώματα για να μπει τάξη στο κυπριακό ποδόσφαιρο. Να θυμίσω ότι το 2020, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, δήλωνε ότι «ήλθε η ώρα να καθαρίσει ο στάβλος του Αυγεία, στο κυπριακό ποδόσφαιρο», κι ότι υπάρχουν εγκληματικά στοιχεία και διεφθαρμένοι παράγοντες. Να θυμίσω ότι το 2021, ο πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας και Προστασίας του Αθλητισμού Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, δήλωνε πως «υπάρχει υπόκοσμος στο κυπριακό ποδόσφαιρο, συγκοινωνούντα δοχεία οι γραβατωμένοι του ποδοσφαίρου με τον υπόκοσμο».

Ποιος συγκινήθηκε με όλα αυτά; Τι άλλαξε; Δεκαετίες ολόκληρες τα λένε δημοσίως! Φαντάσου τι λένε πίσω από κλειστές πόρτες. Γι΄ αυτό και είναι το λιγότερο απαράδεκτη η χτεσινή δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα, Γιώργου Σαββίδη, ο οποίος έστειλε φιρμάνι ότι «η όποια δημόσια συζήτηση επί θεμάτων που σχετίζονται με το περιεχόμενο των ποινικών ανακρίσεων θα έπρεπε να αποφεύγεται». Μα πόσα χρόνια να αποφεύγεται η δημόσια συζήτηση; Ξεχείλισε το ποτήρι. Η δημόσια συζήτηση δεν θα γινόταν αν βλέπαμε αποτέλεσμα.

Όταν μιλάμε για μία μόνο υπόθεση για την οποία υπάρχουν δημοσιευμένα έγραφα από το 2018, υπάρχουν δύο πορίσματα από ανακριτές της Επιτροπής Δεοντολογίας και Προστασίας Αθλητισμού και ένα πόρισμα της ανεξάρτητης ποινικής ανακρίτριας, που διορίστηκε από τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα, το οποίο εντοπίζει ποινικά αδικήματα (με διευθύνσεις και ονόματα) και βλέπουμε να περνούν οι μήνες χωρίς αποφάσεις, τότε η δημόσια συζήτηση επιβάλλεται. Μπας και ταρακουνηθούν αυτοί που έχουν την ευθύνη.

Υ.Γ. Ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Αριστοδήμου κλήθηκε στην Αστυνομία και έδωσε κατάθεση σχετικά με καταγγελίες του σε βάρος του Φαίδωνα Φαίδωνος για τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος. Τις καταγγελίες τις έκανε και πριν δέκα χρόνια δημοσίως. Αλλά ουδείς συγκινήθηκε. Έτσι επικρατεί η ατιμωρησία. Επειδή για να συγκινηθούν χρειάζεται η κατακραυγή της κοινής γνώμης.