Η πρώτη μεγάλη δημοσκόπηση του «Φ» ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 24ης Μαΐου δεν καταγράφει απλά τάσεις. Καταγράφει ένα ηχηρό ράπισμα προς το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ηγεσίας. Η κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη, δύσπιστη και σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένη. Το μήνυμα δεν αφορά μόνο πρόσωπα, αφορά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι για όλους σχεδόν τους κομματικούς αρχηγούς οι αρνητικές γνώμες υπερτερούν των θετικών. Μοναδική εξαίρεση, οριακή και εύθραυστη, αποτελούν ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης και η Αννίτα Δημητρίου, που συγκεντρώνουν ποσοστά θετικής αποτίμησης λίγο πάνω από το 40%, με τις αρνητικές γνώμες ωστόσο να κινούνται σε παρόμοια επίπεδα. Το γεγονός ότι ακόμη και οι «πρώτοι» μετά βίας ισορροπούν μεταξύ θετικών και αρνητικών κρίσεων δεν συνιστά θρίαμβο, αλλά ένδειξη γενικευμένης επιφυλακτικότητας.
Από εκεί και πέρα, η εικόνα γίνεται πιο βαριά. Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου, καταγράφει σημαντική ψαλίδα εις βάρος του, παρά τη συσπείρωση στο εσωτερικό του κόμματός του. Ο Χρίστος Χρίστου του ΕΛΑΜ εμφανίζει ακόμη μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ θετικών και αρνητικών απόψεων. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος του ΔΗΚΟ και ο Μάριος Καρογιάν της ΔΗΠΑ κινούνται σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα θετικής αποτίμησης, με τα αρνητικά ποσοστά να κυριαρχούν. Ακόμη και πρόσωπα που εμφανίζονται ως «αντισυστημικά», όπως ο Φειδίας Παναγιώτου, δεν ξεφεύγουν από το γενικευμένο κύμα αποδοκιμασίας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι προσωπικό. Είναι πρωτίστως πολιτικό. Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες θεωρεί ότι τα κόμματα δεν ανταποκρίνονται στα προβλήματα της κοινωνίας. Ένας στους τρεις ζητά εκσυγχρονισμό και αλλαγή ηγεσίας. Μόλις ένας στους δέκα πιστεύει ότι τα κόμματα ανταποκρίνονται επαρκώς. Αυτά τα ποσοστά δεν αφήνουν περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Δείχνουν απόσταση, έλλειψη εμπιστοσύνης και αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα ανακυκλώνει τον εαυτό του χωρίς να αφουγκράζεται τις ανάγκες της εποχής.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αποτίμηση του έργου της Βουλής. Το 77% των πολιτών το κρίνει αρνητικά. Και το εύρημα αυτό διαπερνά οριζόντια σχεδόν όλα τα κομματικά ακροατήρια. Όταν ακόμη και οι ψηφοφόροι των ίδιων των κομμάτων εκφράζουν σε τόσο μεγάλο βαθμό δυσαρέσκεια για το κοινοβουλευτικό έργο, τότε δεν πρόκειται για συγκυριακή γκρίνια, αλλά για βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας.
Η κοινωνία δεν φαίνεται να αναζητά απλώς νέα πρόσωπα. Αναζητά νέο ύφος, νέο λόγο, αναζητά αποτελεσματικότητα. Θέλει πολιτική που να λύνει προβλήματα και όχι να τα διαχειρίζεται επικοινωνιακά. Αν το μήνυμα της δημοσκόπησης αγνοηθεί, η αποχή και η απαξίωση θα ενισχυθούν. Αν, αντίθετα, ληφθεί σοβαρά υπόψη, ίσως αποτελέσει αφετηρία για την αναγκαία ανανέωση. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα έχει τη βούληση να ακούσει πριν οι πολίτες αποφασίσουν να γυρίσουν οριστικά την πλάτη τους.
Υστερόγραφο: Η επιστράτευση της τεχνητής νοημοσύνης για να «ζωντανέψει» ο Γλαύκος Κληρίδης στο συνέδριο του ΔΗΣΥ ίσως λέει περισσότερα απ’ όσα ήθελαν οι διοργανωτές. Όταν ένα κόμμα αναζητεί ώθηση σε ολογράμματα και συμβολικές παραφράσεις του «Πότε θα κάνει ξαστεριά», το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να συγκινήσουν το ακροατήριο, αλλά αν αποκαλύπτεται μια βαθύτερη αγωνία για τα ποσοστά και την επόμενη μέρα. Αρκούν όμως οι συμβολισμοί και η τεχνολογία για να γεφυρωθεί το χάσμα εμπιστοσύνης που καταγράφει η δημοσκόπηση;
panayiota.charalambous@phileleftheros.com