Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν οι στρατιωτικοί όροι, οι διπλωματικές διατυπώσεις, η επικοινωνιακή διαχείριση και η γλώσσα των αγορών. Στον πόλεμο στο Ιράν, αυτή η τελευταία γλώσσα φαίνεται να είναι — τουλάχιστον — εξίσου σημαντική με τις άλλες τρεις.

Η διπλωματία δεν έχει πολλές πιθανότητες — και συνεπώς ιδιαίτερη σημασία — όταν απέναντί σου έχεις το πλέον σκοτεινό και παρανοϊκό καθεστώς του πλανήτη, το οποίο βρίσκεται πίσω από την παγκόσμια τρομοκρατία και το οποίο οδήγησε τον λαό του στην εξαθλίωση, λόγω της μανιώδους εμμονής του να καταστρέψει ένα άλλο κράτος. Οι στρατιωτικοί όροι είναι βεβαίως αυτονόητης σημαντικότητας. Όμως αυτό που καθορίζει τις εξελίξεις είναι η οικονομία.

Τουλάχιστον σε επίπεδο επικοινωνιακό.

Οι δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει «σύντομα» προκάλεσαν εύλογη απορία. Δεν είναι μυστικό ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και ότι κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει με ακρίβεια πότε θα ολοκληρωθούν.

Τι γίνεται όμως όταν, ώρες μετά την εξαγγελία Τραμπ, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου — ο σύμμαχός του στον πόλεμο — διατυπώνει μια φαινομενικά διαφορετική προσέγγιση, λέγοντας ότι ο πόλεμος απέχει από το τέλος του; Φαινομενικά, καθώς το «σύντομα» του Τραμπ ενείχε μια σκοπιμότητα, η οποία, όπως φάνηκε αργότερα, πέτυχε πολύ καλά τον στόχο της.

Πολλοί έσπευσαν να προβλέψουν κρίσεις, ακόμη και διάσταση ή ρήγμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, αν το κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, Τραμπ και Νετανιάχου δεν είπαν κάτι διαφορετικό. Το «ο πόλεμος απέχει από το τέλος του» είναι τόσο ασαφές και επιδέχεται εξίσου πολλές ερμηνείες όσο και το «σύντομα θα τελειώσει».

«Σύντομα» δεν σημαίνει — όπως είπε και ο ίδιος ο Τραμπ — αύριο ή την ερχόμενη εβδομάδα. Αντίστοιχα, το «απέχει από το τέλος του» μπορεί να σημαίνει ακριβώς το ίδιο: είτε δύο εβδομάδες είτε κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο. Αύριο ή μεθαύριο, πάντως, δεν θα τελειώσει. Εξίσου αόριστα είναι και τα περί «πλησιάζουμε στο τέλος» του Τραμπ ή τα μεταγενέστερα ποσοστά — το 90% και άλλα παρόμοια.

Μπορεί, άλλωστε, αυτό το 10% να είναι το δυσκολότερο. Και λογικά είναι, εάν μιλάμε για τις υπόγειες σήραγγες του Ιράν με το ουράνιο που εμπλούτιζε, ενώ δούλευε κανονικά τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και τον πλανήτη ολόκληρο η Τεχεράνη. Γιατί λοιπόν να μην πάρει μερικές εβδομάδες; Τρεις, τέσσερις, για παράδειγμα, με την ελπίδα ότι θα έρθει νωρίτερα.

Άλλωστε το «δούλεμα» δεν είναι μόνο προνόμιο της Τεχεράνης, η οποία μάλιστα αποδείχθηκε πολύ κατώτερη των εκτιμήσεων που έκαναν οι ελλειμματικοί «προοδευτικοί» της Δύσης. Εκείνοι που θα μπορούσαν να συμμαχήσουν με ό,τι χειρότερο — το έκαναν άλλωστε (και) με το Ιράν — προκειμένου να εκτονώσουν την αντιδυτική τους διαστροφή, αλλά και να νιώσουν ότι διαφέρουν και είναι καλύτεροι από τους άλλους, όπως θαυμάσια το έθεσε και η Σώτη Τριανταφύλλου τις προάλλες.

Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, είτε τους γουστάρει κανείς είτε όχι, έχουν παίξει πολλές φορές ένα απίστευτο θέατρο με «καβγάδες», «απόσταση», «έλλειψη επικοινωνίας» και διάφορα άλλα, τα οποία ο κλάδος μας τα χάφτει ξανά και ξανά, χωρίς συχνά να μαθαίνει. Και τα διατυμπανίζει.

Ο Τραμπ, με τη δήλωση για το τέλος του πολέμου — που μπορεί να είναι εδώ παρακάτω αλλά μπορεί να είναι και πιο κάτω — αλλά και με την ανακοίνωση ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να διαθέσουν και από τα στρατηγικά τους αποθέματα, αρκεί να μην υπάρξει έλλειψη πετρελαίου, φρέναρε την κατρακύλα στις αγορές και την άνοδο του «μαύρου χρυσού», οδηγώντας και άλλους να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Το Ισραήλ, πέρα από τα παραπάνω, με τη δική του ασάφεια φρόντισε να διοχετεύσει την πληροφορία ότι υπολογίζει ολοκλήρωση της επιχείρησης εντός ενός μηνός. Έδωσε όμως και μια ακόμη πληροφορία: ότι αναμένει αλλαγές πολύ νωρίτερα στο μέτωπο του Λιβάνου. Εκεί όπου η κυβέρνηση της Βηρυτού ζήτησε απευθείας διάλογο με το Ισραήλ, αφού έδωσε 24 ώρες στους Ιρανούς — αφεντικά της Χεζμπολάχ — να φύγουν από τη χώρα. Όσοι έμειναν πήγαν να βρουν τον Χαμενεΐ και τον Νασράλα με χειρουργικά πλήγματα, ακόμη και σε ξενοδοχείο όπου διέμεναν κρυφά. Και — κοίτα να δεις — το Ισραήλ ήξερε μέχρι και τα δωμάτιά τους.

Η επικοινωνία, η τρίτη γλώσσα, παραμένει βέβαια το ισχυρότερο χαρτί. Διότι, ειδικά στον πόλεμο, σπανίως μαθαίνει κανείς την αλήθεια. Κερδισμένος δε είναι αυτός που ξέρει να πλασάρει τη δική του εκδοχή ως τέτοια, πριν προλάβει να το κάνει κάποιος άλλος.