Μήνες συζητήσεων. Δεκάδες συνεδριάσεις. σοβαροφανείς τοποθετήσεις… και στο τέλος; Τίποτα. Απόλυτο, γελοίο τίποτα. Οι πολιτικοί μας καταφέρνουν να μετατρέπουν σοβαρές προτάσεις στη Βουλή σε νομοθετικά φαντάσματα. Εξαφανίζοντας νομοσχέδια στο παρά πέντε. Σαν να παίζουν κρυφτό με την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και μετά αναρωτιούνται γιατί οι πολίτες εξοργίζονται…
Η Βουλή των Αντιπροσώπων το απέδειξε για πολλοστή φορά. Με επιμονή, σοβαροφάνεια, δεκάδες ώρες συνεδριάσεων, τοποθετήσεις, επιχειρήματα και διαβουλεύσεις, οι βουλευτές μας κατάφεραν να πετύχουν ένα σπουδαίο αποτέλεσμα: Να ψηφίσουν μια τρύπα στο νερό.
Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο επεισόδιο της νέας πολιτικής κωμωδίας. Επί μήνες συζητούσαν πρόταση νόμου που κατέθεσε ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Νίκος Γεωργίου. Η αρχική ιδέα ήταν απλή. Να υποχρεώνεται η Αστυνομία να δημοσιοποιεί τις περιοχές όπου τοποθετούνται οι κινητές κάμερες φωτοεπισήμανσης.
Η λογική πίσω από την πρόταση ήταν επίσης απλή. Οι πολίτες διαμαρτύρονται ότι οι κινητές κάμερες στήνονται σε σημεία–παγίδες. Πίσω από δέντρα. Πίσω από περίπτερα. Μετά από στροφές. Σαν να πρόκειται για ενέδρα και όχι για μέτρο οδικής ασφάλειας.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Διότι στο τέλος ανέλαβε δράση η γνωστή κυπριακή πολιτική μαγεία. Μετά από «ενστάσεις των αρμόδιων αρχών», η πρόταση τροποποιήθηκε. Και από υποχρεωτική δημοσιοποίηση κατέληξε σε κάτι πολύ πιο… δημιουργικό. Η Αστυνομία μπορεί, αν θέλει, αν το κρίνει σκόπιμο, αν έχει καλή διάθεση, να δημοσιοποιεί τις γενικές περιοχές όπου θα λειτουργούν κινητές κάμερες.
Δηλαδή, με απλά ελληνικά, μπορεί και να μην το κάνει. Κάπως έτσι η Βουλή πέρασε ένα νόμο που λέει στην Αστυνομία: «Αν θέλεις, πες το. Αν δεν θέλεις, μην το πεις». Μετά από μήνες συζητήσεων, αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Μια νομοθετική διάταξη που θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία πρόταση: «Κάντε ό,τι νομίζετε». Αν αυτό δεν είναι θεσμική πρωτοτυπία, τότε τι είναι;
Το δεύτερο επεισόδιο της εβδομάδας είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Επί μήνες, η Βουλή συζητούσε ένα νομοσχέδιο που κατέθεσε το υφυπουργείο Τουρισμού για τη λειτουργία των χώρων εστίασης και διασκέδασης. Το θέμα πέρασε από περισσότερες των δέκα συνεδριάσεων κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Δέκα συνεδριάσεις. Με επιχειρήματα, εισηγήσεις, τροπολογίες, διαβουλεύσεις και δηλώσεις περί «εκσυγχρονισμού του πλαισίου λειτουργίας». Και όταν έφτασε η μεγάλη στιγμή -όταν το νομοσχέδιο ήταν έτοιμο να τεθεί προς ψήφιση στην Ολομέλεια- συνέβη το απίστευτο. Το υφυπουργείο Τουρισμού το απέσυρε. Στο παρά πέντε. Λίγο πριν από την ψηφοφορία. Μετά από μήνες συζητήσεων.
Προφανώς επειδή κάποιοι εμπλεκόμενοι αντέδρασαν. Κάπως έτσι, όμως, δεκάδες ώρες κοινοβουλευτικής εργασίας εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα λεπτά.
Αν κάποιος πολίτης αναρωτιέται γιατί η εμπιστοσύνη προς την πολιτική βρίσκεται στον πάτο, ίσως αυτές οι δύο ιστορίες είναι αρκετές για να δώσουν την απάντηση.
Όταν βλέπεις μήνες κοινοβουλευτικών συζητήσεων να καταλήγουν σε ένα νόμο που λέει στην Αστυνομία «αν θέλεις δημοσιοποίησε, αν δεν θέλεις μην δημοσιοποιείς», δεν μπορείς παρά να σηκώσεις τα χέρια ψηλά.
Όταν βλέπεις ένα νομοσχέδιο για το οποίο αναλώθηκαν πολλές εργατοώρες, πολύτιμος χρόνος βουλευτών και τεχνοκρατών που εκαλούντο στη Βουλή και μπόλικη φαιά ουσία (λέμε τώρα) να αποσύρεται στο παρά πέντε, επειδή κάποιοι αντέδρασαν, τότε εύλογα αναρωτιέσαι: Γιατί ακριβώς γίνονταν τόσους μήνες συζητήσεις; Για διακόσμηση; Για να περνά η ώρα; Ή απλώς για να υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι κάτι σοβαρό γίνεται;
Η αλήθεια, δυστυχώς, είναι πολύ απλή, πολύ ενοχλητική και εξαιρετικά εκνευριστική. Το πολιτικό σύστημα συχνά λειτουργεί σαν μια μηχανή παραγωγής διαδικασιών χωρίς αποτέλεσμα. Συνεδριάσεις χωρίς ουσία. Νομοθεσίες ξεδοντιασμένες. Μεταρρυθμίσεις αμφιβόλου περιεχομένου.
Και μετά όλοι απορούν γιατί οι πολίτες εξοργίζονται. Γιατί απαξιώνουν την πολιτική. Γιατί δεν πιστεύουν λέξη από όσα ακούν.
Μέσα σε αυτό το κλίμα απογοήτευσης και θυμού εμφανίζονται οι κάθε λογής «αντισυστημικοί σωτήρες». Οι λαϊκιστές. Οι επαγγελματίες της οργής. Οι πολιτικοί κλόουν. Και βρίσκουν… έτοιμο κοινό. Όχι επειδή είναι σοβαροί. Αλλά επειδή το ίδιο το πολιτικό σύστημα κάνει ό,τι μπορεί για να αυτογελοιοποιείται.
Γιατί όταν η Βουλή συζητά επί μήνες για να ψηφίσει το απόλυτο τίποτα και η κυβέρνηση φέρνει νομοσχέδια για να τα αποσύρει την τελευταία στιγμή, τότε δεν χρειάζεται καμία αντιπολιτευτική προπαγάνδα. Η ωμή πραγματικότητα κάνει τη δουλειά μόνη της.
Όσο συνεχίζονται τέτοιες παραστάσεις προχειρότητας και επιπολαιότητας, τόσο μεγαλώνει η δυσπιστία των πολιτών. Επειδή στο τέλος της ημέρας ο κόσμος βλέπει κάτι πολύ απλό. Μια πολιτική τάξη που ισοδυναμεί με το απόλυτο τίποτα! Που διαφέρει από τους κλόουν μόνο στη σοβαροφάνεια!