Στο κείμενο του περασμένου Σαββάτου έθιξα ένα ζήτημα διαφορετικής άσκησης της εκπαιδευτικής διοίκησης των ανδρών διευθυντών και των γυναικών διευθυντριών στα Γυμνάσια και στα Λύκεια, συζητώντας για την αναγκαιότητα συνεργασίας των εκπαιδευτικών μεταξύ τους, ως βασικού συστατικού αντιμετώπισης της σχολικής βίας. Έγραψα ότι στις μέρες μας περισσότερες γυναίκες έγιναν Διευθύντριες και μέλη των διευθυντικών ομάδων των σχολείων και νομίζω έχει κι αυτό τη θετική του σημασία. Η συνεργασία και η εμπιστοσύνη μεταξύ του ατόμου που διευθύνει και των μελών της διευθυντικής ομάδας με όλους τους εκπαιδευτικούς μιας σχολικής μονάδας, είναι μαζί με την παιδαγωγική κατάρτιση το σημαντικότερο στοιχείο επιτυχημένης διαχείρισης  τέτοιων δύσκολων ζητημάτων, όπως η εφηβική παραβατικότητα στον σχολικό χώρο.

Μια πιο ξεκάθαρη εικόνα δίνει το δεδομένο ότι περισσότερες από τις μισές διευθυντικές θέσεις στην κυπριακή Μέση Εκπαίδευση καταλαμβάνονται σήμερα από γυναίκες διευθύντριες Γυμνασίων και Λυκείων, ενώ οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά και στο διδακτικό προσωπικό. Και παρά το ότι η διοικητική ικανότητα δεν εξαρτάται από το βιολογικό φύλο,πιστεύω ότι η «γυναικεία» εκπαιδευτική διοίκηση με βάση τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού φύλου, είναι αναπόφευκτα διαφορετική από την «ανδρική». Πιο κοντά στο συνεργατικό πνεύμα. Κουβέντιασα το θέμα με αρκετούς άνδρες εκπαιδευτικούς και δεν συμμερίζονται αυτή μου την άποψη. Ένας από αυτούς μου είπε, μάλιστα, να σημειώσω ότι «οι διευθύντριες δύσκολα δέχονται τη διαφωνία, ιδιαίτερα  όταν προέρχεται από άλλες γυναίκες εκπαιδευτικούς, γιατί θεωρούν οποιαδήποτε διαφωνία ως αμφισβήτηση τους, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με άνδρες διευθυντές που έχουν ίσως πιο πολλή αυτοπεποίθηση και λιγότερες ανασφάλειες», κατά τα λεγόμενα του.

Σημειώνω πάντως το εύρημα αρκετών ακαδημαϊκών ερευνών στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Ελλάδα που είναι κοντύτερα στο κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα ότι οι γυναίκες ηγέτιδες στον χώρο της παιδείας δίνουν προτεραιότητα στη συνεργασία με άλλους εκπαιδευτικούς, με μαθητές και με γονείς/ κηδεμόνες, ενώ σε συνθήκες κρίσης ελέγχουν τον θυμό και είναι περισσότερο προσανατολισμένες στο παιδαγωγικό έργο, εμψυχώνοντας το προσωπικό και προωθώντας την επαγγελματική του επιμόρφωση.

Σε κάθε περίπτωση όλοι έχουμε την εμπειρία της σχολικής ζωής –ιδιαίτερα ως μαθητές/ μαθήτριες, αλλά και ως γονείς– και έχουμε βιώσει  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτές τις διαφορές ανδρών και γυναικών στη διοίκηση των σχολείων. Αναφέρομαι σε δύο στιλ ηγεσίας, το αυταρχικό και ιεραρχικό των ανδρών διευθυντών και το πιο δημοκρατικό και συμμετοχικό των γυναικών διευθυντριών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις και χωρίς να ξεχνάμε ότι η απόλυτη γενίκευση αφανίζει τη μοναδικότητα και την ατομικότητα του καθενός, άνδρα ή γυναίκας που υπάρχει πέρα από κάθε κοινωνικό του χαρακτηριστικό.