Σε μια χώρα που έχει μάθει να ζει με τη σκιά της καχυποψίας, τα όσα εκτυλίσσονται τις τελευταίες ημέρες γύρω από τις καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη και τα περιβόητα μηνύματα της λεγόμενης «Σάντης», δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο δημόσιας αντιπαράθεσης. Είναι η επιτομή ενός φαύλου κύκλου. Που αναπαράγει σύγχυση. Υπονομεύει την εμπιστοσύνη. Αφήνει την κοινωνία να αιωρείται μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας.
Η νέα εξέλιξη με τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας ότι η «Σάντη» φέρεται να μίλησε με την Αστυνομία, απορρίπτοντας τη γνησιότητα των μηνυμάτων και διαψεύδοντας τις αναφορές περί παιδεραστίας, δεν ξεκαθαρίζει το τοπίο. Το θολώνει ακόμη περισσότερο. Γιατί δεν πρόκειται για μια απλή διάψευση. Πρόκειται για μια ακόμη εκδοχή μέσα σε ένα ήδη χαοτικό μωσαϊκό αντιφατικών ισχυρισμών, διαρροών και πληροφοριών.
Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Ο πολίτης δεν ξέρει τι να πιστέψει. Δεν ξέρει ποιος λέει την αλήθεια. Δεν ξέρει αν αυτό που βλέπει είναι πραγματικότητα ή μια καλοστημένη κατασκευή. Όταν μια κοινωνία φτάνει σε αυτό το σημείο, τότε το πρόβλημα το οποίο αναδύεται στην επιφάνεια είναι εξαιρετικά σοβαρό και βαθιά θεσμικό.
Η πρόθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης να πάρει μεθαύριο πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο για διορισμό ποινικού ανακριτή, ανεβάζει το διακύβευμα σε άλλο επίπεδο. Διότι πλέον, δεν μιλάμε για μια δημόσια συζήτηση ή για ένα δημοσιογραφικό αφήγημα. Πρόκειται για τη διαδικασία η οποία καλείται να αναδείξει την πραγματική αλήθεια και, ενδεχομένως, να αποδώσει δικαιοσύνη. Και σε αυτά, δεν χωρούν εκπτώσεις.
Αν υπάρχει ένα πράγμα το οποίο τόσα χρόνια μας έχει διδάξει η κυπριακή κοινωνία σε πολλές περιπτώσεις, είναι ότι η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται. Κερδίζεται. Αλλά και ότι χάνεται πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι αποκαθίσταται.
Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή των προσώπων που θα κληθούν να διερευνήσουν την υπόθεση δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Είναι το καίριο το μήνυμα το οποίο θα στείλει η κυβέρνηση και το κράτος προς την κοινωνία: «Θέλουμε την αλήθεια» ή «θέλουμε να τελειώνουμε με το θέμα».
Ας είμαστε ειλικρινείς. Ακόμη και πρόσωπα με αναγνωρισμένο κύρος, με πειστική διαδρομή και με δεδομένη εκτίμηση από την πλειοψηφία της κοινωνίας, δύσκολα θα καταφέρουν να μείνουν στο απυρόβλητο. Σε ένα τόσο φορτισμένο περιβάλλον, ακόμη και οι πιο ισχυρές προσωπικότητες κινδυνεύουν να αμφισβητηθούν. Όχι γιατί δεν είναι άξιες, αλλά γιατί το ίδιο το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργούν δεν εμπνέει πλέον εμπιστοσύνη. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό.
Η καχυποψία έχει ριζώσει τόσο βαθιά, που δεν αρκεί πλέον η επιλογή καθαρών ονομάτων. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται μια κίνηση που να σπάσει το φαύλο κύκλο. Που να δημιουργεί συνθήκες αντικειμενικότητας και, κυρίως, να προσφέρει τέτοια εχέγγυα ώστε η αντικειμενικότητα να γίνει αντιληπτή και από την κοινωνία.
Η λύση είναι ξεκάθαρη. Ο διορισμός τριμελούς επιτροπής ποινικών ανακριτών, εκ των οποίων, τουλάχιστον ο ένας να είναι ξένος. Ανεξάρτητος, εκτός κυπριακού πλαισίου, με μηδενική εμπλοκή σε τοπικές ισορροπίες και εξαρτήσεις. Όχι γιατί οι Κύπριοι δεν μπορούν. Αλλά γιατί, σε αυτή τη φάση, η κοινωνία χρειάζεται και το στοιχείο της απόστασης. Της ουδετερότητας που δεν αμφισβητείται εκ προοιμίου.
Οι άλλοι δύο, να χαίρουν ευρείας εκτίμησης στην κοινωνία. Όπως είναι οι Ηλίας Στεφάνου και Αχιλλέας Αιμιλιανίδης. Ο πρώτος έχει προηγούμενο πειστήριο εντιμότητας στην έρευνα για το περιβόητο κατασκοπευτικό βαν (ασχέτως αν οι αρμόδιοι δεν έδωσαν το πόρισμά του στη δημοσιότητα). Ο δεύτερος έχει το δικό του πειστήριο εντιμότητας στην έρευνα για την υπόθεση των Φυλακών και τη διαμάχη Αριστοτέλους-Κατσουνωτού (ασχέτως αν το δίδυμο της Νομικής Υπηρεσίας δεν υιοθέτησε το πόρισμά του). Αν βεβαίως δεχτούν να αναλάβουν…
Παράλληλα, είναι επιβεβλημένος ο διορισμός εξειδικευμένων πραγματογνωμόνων, οι οποίοι θα εξετάσουν τα επίμαχα μηνύματα. Σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογία επιτρέπει την κατασκευή, αλλοίωση και παραποίηση δεδομένων, δεν μπορεί να υπάρξει συμπέρασμα χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση. Είναι γνήσια; Είναι προϊόν επεξεργασίας; Είναι μερικώς αληθή; Αυτά δεν απαντώνται με εκτιμήσεις ή «πηγές». Απαντώνται με ανάλυση.
Οτιδήποτε λιγότερο από αυτά, απλώς θα διαιωνίσει το πρόβλημα. Το αποτέλεσμα θα είναι προδιαγεγραμμένο. Μια ακόμη έρευνα, που θα αφήσει πίσω της περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε. Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα σήριαλ που κουράζει, εξοργίζει και, τελικά, αποξενώνει τον πολίτη από τους θεσμούς.
Αν πραγματικά θέλουμε να σπάσουμε αυτό το φαύλο κύκλο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι οι μισές λύσεις. Είναι μόνο η πλήρης διαφάνεια. Αυτή, για να είναι πιστευτή, πρέπει να κρυστάλλινη. Εξόφθαλμη. Με πρακτικά κατανοητά αποτελέσματα. Όχι απλώς να διακηρύσσεται.