Μπορούν τα λεγόμενα παραδοσιακά κόμματα να ανατρέψουν την εικόνα, την απαξίωση των πολιτών έναντι τους, μέχρι τις εκλογές, που χρονικά τοποθετούνται στις 24 Μαΐου του τρέχοντος χρόνου; Μπορούν να πείσουν τους πολίτες να τους εμπιστευθούν αυτή τη φορά; Φαίνεται πως δύσκολα μπορεί να ανατραπεί αυτή η τάση μέσα στην κοινωνία, που ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι τωρινή.
Η απαξίωση, η αποστασιοποίηση, ξεκίνησε εδώ και πολλά χρόνια, ωστόσο, το μήνυμα δεν αξιολογήθηκε με σοβαρότητα και προπαντός οι ηγεσίες των κομμάτων, βραχυκυκλωμένες από μια βολεμένη γραφειοκρατία, άφησαν το θηρίο της απαξίωσης να γιγαντώσει. Σε σημείο που διαμορφώθηκε μια παγιωμένη αντίληψη μέσα στην κοινωνία, που τσουβαλιάζει όλους και όλα. Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις πέραν από την απαξίωση, υπήρξε (και υπάρχει) θυμός. Και ο θυμός οδηγούσε παλιά στην αποχή. Τώρα ο θυμός φαίνεται να εκτονώνεται επιλέγοντας «αντι-συστημικά κόμματα», τα οποία διεκδικούν μια θέση… στον ήλιο, στο σύστημα. Μπορεί να θέλουν, όπως λένε, να το αλλάξουν, αλλά μια χαρά βολεύονται με αυτό. Το σύστημα για να αλλάξει δεν θέλει μόνο παραμύθια, παραμυθάδες και βαρύγδουπες κουβέντες. Ούτε και παραστάσεις σε βιντεάκια. Ανατροπές χρειάζονται και λύση των αληθινών προβλημάτων.
Η δεύτερη δημοσκόπηση του «Φιλελεύθερου», που δημοσιεύθηκε την περασμένη Κυριακή, επιβεβαιώνει ότι η πλειοψηφία εκείνων που εμφανίζονται να μην είναι ικανοποιημένοι από το κόμμα που ψήφισαν στις βουλευτικές του 2021, δηλώνουν πως δεν θα το ξαναψηφίσουν. Ιδιαίτερα έντονο είναι αυτό το συναίσθημα σε ψηφοφόρους των παραδοσιακών κομμάτων ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ. Αυτοί θα πληρώσουν τον λογαριασμό κι αυτό όχι άδικα.
Τα μηνύματα των πολιτών προφανώς μέχρι σήμερα πήγαιναν στα αζήτητα. Η καχυποψία των πολιτών απέναντι στο σύστημα, στους θεσμούς, είναι δεδομένη και αυτό σήμερα φαντάζει εδραιωμένη και δεν ανατρέπεται. Και ενώ η ευθύνη των λεγόμενων παραδοσιακών κομμάτων είναι μεγάλη, δημιουργείται ένα κλίμα, το οποίο δυστυχώς μπορεί και να οδηγήσει σε ένα χάος, σε ένα αβέβαιο μέλλον για τη χώρα. Όχι, δηλαδή, ότι το μέλλον είναι τα συστημικά κόμματα, που αρνούνται λάβουν τα μηνύματα και δεν δέχονται να αλλάξουν, να εναρμονισθούν με τα δεδομένα της εποχής.
Είναι, όμως, επικίνδυνο, για παράδειγμα, να μην θεωρείται η ακροδεξιά απειλή. Ή να θεωρείται διέξοδος και επιλογή ο καθένας, που εμφανίζεται ως «σωτήρας» αλλά η μόνη του έγνοια είναι η εξουσία. Διαπιστώνεται πως όλοι αυτοί δεν εκφράζουν πολιτικές, δεν προσφέρουν λύσεις, αλλά είναι συνθηματολόγοι και επιδερμικοί. Με συνθήματα δεν λύνονται λύσεις. Αλλά σε αυτή την τακτική των συνθημάτων καταφεύγουν και οι παραδοσιακοί. Αυτό παρακολουθούμε, για χρόνια στις συζητήσεις. στο κοινοβούλιο. Η πολιτική της ατάκας, που αναρτάται στη συνέχεια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πρακτική που «ανθίζει».
Η δημοσκόπηση του «Φιλελεύθερου» δείχνει ακόμη ότι το έργο που παραδίδει η παρούσα Βουλή δεν ικανοποιεί ένα ποσοστό του εκλογικού σώματος. Και μπορεί να αδικεί κάποιους βουλευτές αυτό το στοιχείο, αλλά οι πολίτες όταν τοποθετούνται έναντι του έργου, έχουν υπόψη τους και την εικόνα που εκπέμπεται από τις συνεδριάσεις της Βουλής, που μεταδίδονται διά των ΜΜΕ. Πόσες φορές, για παράδειγμα, διαπιστώθηκε ότι βουλευτές ψήφισαν κρίσιμα νομοσχέδια χωρίς τα διαβάσουν; Ουκ ολίγες.
Την ίδια ώρα, εκείνο το οποίο προδήλως απασχολεί την κοινωνία είναι το θέμα της διαφθοράς. Όταν το θέμα συζητείται, ωστόσο, στη δημόσια σφαίρα εκείνο που παρακολουθούμε, είναι να βγάζει ο ένας στα άπλυτα του άλλου στη φόρα. Ή όταν κατηγορείται η μια πλευρά, η άλλη ανασύρει από τη φαρέτρα της τα… λερωμένα των αντιπάλων. Δεν βγάζουν στη φόρα εκείνες τις περιπτώσεις, που το φαγοπότι ήταν κοινό. Με τέτοιες συμπεριφορές οι πολίτες εύκολα τσουβαλιάζουν κόμματα και βουλευτές.
Η απαξίωση των κομμάτων, που αγγίζει και την πολιτική, είναι σύμπτωμα βαθιάς παρακμής. Και το ερώτημα που πλανάται είναι το εξής: Υπάρχουν εκείνοι που θα τελειώσουν την παρακμή;