Η κρίση των θεσμών και της ελληνικής πολιτικής ζωής προκύπτει ως διαπίστωση από τις δημοσκοπήσεις και διάφορες έρευνες. Τελευταίο επεισόδιο η επέμβαση της Ευρωπαίας εισαγγελέως στο σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ Λάουρας Κοβέσι και οι επιθέσεις που δέχτηκε από μέλη της κυβέρνησης. Οι δημοσκοπήσεις όμως δείχνουν ότι οι Έλληνες πιστεύουν περισσότερο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρά στην ελληνική δικαιοσύνη. Η κρίση των θεσμών και του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο βαθαίνει με το χρόνο. Υπάρχει μια βαθιά δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, την εκτελεστική εξουσία το κοινοβούλιο και τη δικαιοσύνη, δημιουργώντας ένα κλίμα απαξίωσης και απονομιμοποίησης. Τα φαινόμενα αδιαφάνειας έχουν ενισχύσει την αίσθηση ατιμωρησίας στην κοινή γνώμη όπως το δείχνει η δημοσκοπική καταγραφή.
Τελευταίο χτύπημα στην αξιοπιστία της δικαιοσύνης, ο Άρειος Πάγος έβαλε στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, τη στιγμή που το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον Ισραηλινό Tal Dilian της γνωστής εταιρείας Intellexa και αποκαλύπτεται ο σκοτεινός ισραηλινός κατασκοπευτικός κρίκος του predator στην Ελλάδα. Παρακολουθούσαν τον αρχηγό του στρατού και το μισό υπουργικό συμβούλιο μέσω της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών-ΕΥΠ και τώρα βάζουν την υπόθεση στο αρχείο, επειδή ο Tal Dilian απειλεί με αποκαλύψεις που εμπλέκουν τον Μητσοτάκη.
Η υπόθεση αυτή προκάλεσε έντονες συζητήσεις στην ολομέλεια της Ευρωβουλής σχετικά με το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, με πολιτικές ομάδες να ζητούν περαιτέρω διερεύνηση των πολιτικών και ποινικών ευθυνών, καθώς και διαφάνεια στις υποθέσεις παρακολουθήσεων δημοσιογράφων και πολιτικών. Σημειώνεται ότι ο Tal Dilian είχε προηγουμένως δηλώσει πως το Predator πληρούσε διεθνείς κανονισμούς και ότι πελάτες του ήταν κυβερνήσεις.
Είναι γεγονός ότι η κρίση των μνημονίων οδήγησε σε βαθιές αναδιατάξεις τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό οι οποίες αντανακλώνται και στο κατατεμαχισμένο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Οι ανακατατάξεις αυτές συνεχίστηκαν και με την επιδημία του κορωνοϊού αλλά και με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο έγινε ακόμη πιο μονοδιάστατο με την αύξηση των υπηρεσιών και της παρασιτικής οικονομίας, ενώ υποχώρησαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα ο πρωτογενής και ο δευτερογενής τομέας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν πάνω από 80% της ελληνικής οικονομίας με κορμό τον τουρισμό, η γεωργία υποχώρησε κάτω από το 4% και ο δευτερογενής τομέας κυμαίνεται γύρω στο 15%. Η αναδιακατανομή του πλούτου ευνόησε τα μεταπρατικά αστικά στοιχεία, η μεσαία τάξη αποδυναμώθηκε επικίνδυνα, ενώ φτωχοποιήθηκαν μεγάλες μάζες μικροαστικών στρωμάτων και εργαζομένων. Με την κρίση η χώρα γνώρισε μια έξοδο νέων ανθρώπων, επιστημόνων και επαγγελματιών με ψηλό μορφωτικό επίπεδο που ξεπέρασε το μισό εκατομμύριο. Την ίδια ώρα εισάγει ξένους εργάτες για να απασχοληθούν με χαμηλά μεροκάματα στον τουριστικό και τον αγροτικό τομέα.
Όλες αυτές οι ανακατατάξεις και αναταράξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό οδήγησαν σε μια βαθιά κρίση το ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο παρουσιάζει σε μια δύσκολη και ρευστή διεθνή συγκυρία ένα ανησυχητικό κενό. Το μεγάλο κενό είναι η έλλειψη αντιπολίτευσης με τα κόμματα του χώρου αυτού κατακερματισμένα και χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να προσφέρει εναλλακτική πρόταση στη σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ-Μητσοτάκη, η οποία επίσης διέρχεται μια βαθιά κρίση εν μέσω πολλαπλών σκανδάλων, διαφθοράς και απαξίωσης των θεσμών.
Η σχέση πολιτικής εξουσίας δημόσιας διοίκησης και δικαιοσύνης παραμένει προβληματική, με αποτέλεσμα οι θεσμοί να εξαρτώνται υπερβολικά από τις εκάστοτε κυβερνητικές προτεραιότητες και να χάνουν την ανεξαρτησία τους. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η θεσμική σταθερότητα υπονομεύεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών μειώνεται. Η κατάσταση έχει κατά πολύ χειροτερεύσει με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη της οποίας η πολιτική και οι πελατειακές σχέσεις υπονόμευσαν σοβαρά όλους τους θεσμούς για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα μιας μικρής ολιγαρχίας. Έρευνες τόσο ελληνικές, ευρωπαϊκές και διεθνείς δια- πιστώνουν αυτή τη διολίσθηση που γίνεται επικίνδυνη για το μέλλον της χώρας.
Τα ποσοστά της ΝΔ κυμαίνονται πια γύρω στο 25% και κάποια στιγμή έπεσαν ακόμη πολύ πιο χαμηλά. Υπάρχει επομένως έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με το μεγάλο κοινωνικό κίνημα των Τεμπών και πιο πρόσφατα με την κινητοποίηση των αγροτών. Η ακρίβεια είναι από τις ψηλότερες στην Ευρώπη και με μισθούς από τους χαμηλότερους. Τα επιδόματα με τα οποία ο Μητσοτάκης προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των πολιτών, είναι η ένδειξη μιας οικονομίας που αδυνατεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας με μια αξιοπρεπή αμοιβή. Οι ευρωπαϊκοί οικονομικοί δείκτες δείχνουν μια χώρα που έχει ξεπεραστεί ακόμη και από χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ.
Με όλα αυτά τα προβλήματα, με τις κοινωνικές ανισότητες, με το υποβαθμισμένο σύστημα υγείας αλλά και αυτό της παιδείας, θε περίμενε κανείς μια εναλλακτική πρόταση από την αντιπολίτευση για το μέλλον, η οποία όμως δεν υπάρχει και κανένα κόμμα δεν έχει τα ποσοστά εκείνα που να πλησιάζουν αυτά του κόμματος της ΝΔ, όσο χαμηλά και να είναι. Ο ΣΥΡΙΖΑ που ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση διαλύθηκε εξ ων συνετέθη, το ΠΑΣΟΚ που βρέθηκε αναπάντεχα σε αυτή τη θέση παραμένει καθηλωμένο σε ένα χαμηλό ποσοστό που με δυσκολία ξεπερνά διψήφιο αριθμό. Η ελληνική Άκρα Δεξιά που διαθέτει ένα ποσοστό που ξεπερνά το 20% είναι επίσης κατακερματισμένη και δεν διαθέτει μια ισχυρή προσωπικότητα, μια Μελόνι ή μια Λεπέν που θα μπορούσε να την ενοποιήσει και να την οδηγήσει στην εξουσία. Τελευταία γίνεται λόγος για τον Αντώνη Σαμαρά και τις προθέσεις του να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα στον χώρο αυτό, αλλά είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να τον ενοποιήσει και να δημιουργήσει το αντίπαλο δέος στην ΝΔ και τον Μητσοτάκη.
Στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς η προσοχή στρέφεται αυτή τη στιγμή στον Αλέξη Τσίπρα που με την παρουσίαση του βιβλίου του «Ιθάκη» και την προοπτική δημιουργίας νέου κόμματος, φαίνεται ότι θα επανενώσει τις διάφορες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ίσως και νέες δυνάμεις και πιθανόν να αποτελέσει τον νέο πολιτικό πόλο απέναντι στον Μητσοτάκη και τη ΝΔ.
Συζητείται επίσης ευρέως η περίπτωση του πολιτικού κόμματος που ανακοινώθηκε από την Μαρία Καρυστιανού στην οποία οι δημοσκοπήσεις δίνουν ένα πολύ ψηλό ποσοστό που πλησιάζει το 25%. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα προκαλούσε σημαντικές ανακατατάξεις στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Στο χώρο της Αριστεράς βρίσκεται βέβαια και το ΚΚΕ το οποίο ακολουθεί αυτόνομη πορεία και που η κοινωνική επιρροή του είναι πολύ μεγαλύτερη από τα δημοσκοπικά ποσοστά του του 8%,
Σύμφωνα με όλες τις πρόσφατες αναλύσεις και δημοσιεύματα, πολλοί παρατηρητές μιλούν για υπαρκτό πολιτικό κενό στην Ελλάδα, κυρίως λόγω της αυξημένης αποστασιοποίησης των πολιτών και της αδυναμίας των κομμάτων να εκφράσουν πειστικά τις κοινωνικές ανάγκες. Το κενό αυτό αποδίδεται στην ακρίβεια και τις κοινωνικές ανισότητες, στη θεσμική φθορά και τη μειωμένη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη.
Το πολιτικό κενό που υπάρχει αυτή τη στιγμή στο πολιτικό σύστημα, η φθορά της κυβέρνησης και τα σκάνδαλα που διαδέχονται το ένα το άλλο, επηρεάζουν και τη διεθνή εικόνα της χώρας η οποία παραμένει καθηλωμένη σε μια στατική εξωτερική πολιτική που δεν εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα σε μια στιγμή διεθνών τεκτονικών αλλαγών. Την ίδια ώρα που ο τουρκικός επεκτατισμός παραμένει μια απειλή και για το Αιγαίο και για την Κύπρο. Σε μια στιγμή που εκδηλώνονται φόβοι ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει πρωτοβουλία του Τραμπ τόσο στα ελληνοτουρκικά όσο και στο Κυπριακό που θα ευνοεί την Τουρκία. Αυτά στον απόηχο όσων δηλώνει κατά καιρούς ο εξ απορρήτων του πρέσβης στην Άγκυρα Τόμ Μπάρακ.
*Πανεπιστημιακός,συγγραφέας. Email stephanos.constantinides@gmail.com