Όταν κάποιος μπαίνει στην πολιτική και παραδέχεται χωρίς ντροπή ότι δεν γνωρίζει βασικά πράγματα -και μάλιστα το πουλά ως αρετή- τότε έχουμε πρόβλημα.

Το «εννά μάθω» που κάθε φορά επικαλείται ο Φειδίας Παναγιώτου, όταν προβαίνει σε κάποια αναφορά/δήλωση επιβεβαιώνοντας την ασύγγνωστη άγνοιά του -για την οποία έχει πλήρη επίγνωση- είναι μια πολύ καλή και εύλογη δικαιολογία, όταν όμως, μιλάμε για παιδί ή για μαθητευόμενο. Όχι όταν διεκδικείς ψήφο για να νομοθετείς και να παίρνεις αποφάσεις για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και το μέλλον του τόπου. Τα κοινά δεν είναι πείραμα, ούτε παιχνίδι μα ούτε και αστείο. Διακυβεύεται το μέλλον του τόπου. Η πολιτική δεν είναι TikTok, ούτε και μέτρο αξιολόγησης είναι η καλύτερη αξιοποίηση της προβολής στα social media. Δεν έχει pause, δεν έχει reset. Αν κάνεις λάθος, το πληρώνει ο λαός αυτού του τόπου.

Και το ερώτημα που παραμένει είναι πού ακριβώς θα μάθει; Πάνω στις πλάτες μας; Και τι γίνεται μέχρι να μάθει; Και πότε; Δύο χρόνια τώρα βρίσκεται στην πολιτική ως ευρωβουλευτής και δεν…, παραπέμποντας στο συμπέρασμα ότι είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Και τι μέλλει γενέσθαι; Βουλιάζουμε και λέμε «συγγνώμη, δεν ήξερα»;

Το μόνο ελαφρυντικό -να το πούμε κι αυτό- που θα μπορούσε να του καταλογιστεί είναι η ειλικρίνεια, σε αυτό το κομμάτι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους οι οποίοι το παίζουν ξερόλες. Αλλά, κι αυτό το ελαφρυντικό δεν αίρει τον καταλογισμό της τεράστιας ευθύνης που αναλαμβάνει ο κάθε εκλεγμένος εκπρόσωπος του λαού.

Ευθύνη όμως, φέρει και το εκλογικό σώμα, από το οποίο εκλέγονται οι αντιπρόσωποι του.

Αυτά για τον Φειδία. Κι επειδή οι φαν του θα σπεύσουν να με «στολίσουν» με διάφορα κοσμικά επίθετα που τους έθιξα τον καλό τους, ένα έχω να τους πω: Αγαπώ σας!

Πάμε παρακάτω, σε μια άλλη νομενκλατούρα, των «αδιάφθορων».

Επειδή η διαφθορά παρουσιάζεται ψηλά στον δείκτη κριτηρίων που λαμβάνουν υπόψιν τους οι ψηφοφόροι για την επιλογή τους, αυτοί παρουσιάζονται ως η κάθαρση, ως οι αδιάφθοροι, οι «αντισυστημικοί», που θα φέρουν την άσπρη μέρα… Αυτά τα είπαν κι άλλοι.

Και όλοι αυτοί στοχεύουν, λένε, να μας απαλλάξουν από το κατεστημένο. Με το δικό τους κατεστημένο;

Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε και στα παραδοσιακά κόμματα. Τα ξέρουμε, τα φάγαμε στην μάπα, τα πληρώσαμε. Εν ολίγοις, η ίδια κασέτα που έπαιζε πριν από δεκαετίες. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, που λέει και το άσμα. Γενικές και φρούδες υποσχέσεις, φθαρμένες φράσεις, για να μη δυσαρεστηθεί κανένας. Όλα και τίποτα μαζί. Και αυτοί που κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν μας λένε κάθε φορά ότι τώρα είδαν το φως το αληθινό και «παίρνουν τα μηνύματα».

Και μέσα σε όλο αυτό, ο ψηφοφόρος μένει με το δίλημμα. Να τιμωρήσει τους παλιούς ψηφίζοντας τους καινούργιους ή να μην παρασυρθεί από τον θυμό και την πλάκα; Γιατί είναι εύκολο να γελάς με το σύστημα, δύσκολο όμως να το αλλάξεις ουσιαστικά. Αλλαγή δεν σημαίνει να αλλάξεις πρόσωπα. Σημαίνει γνώση, σοβαρότητα, δουλειά και κυρίως συγκρούσεις με συμφέροντα, σε συνάρτηση με αλλαγή νοοτροπίας.

Το προεκλογικό τοπίο δεν έχει καμία ιδιαίτερη φαντασία. Ίσα-ίσα, αν το δεις από μακριά, μοιάζει με λαϊκή αγορά. Πολλές φωνές, πάγκοι γεμάτοι, αλλά όταν πλησιάσεις βρίσκεις τα ίδια φτηνά εμπορεύματα, απλώς με άλλη ταμπέλα. Και ο κόσμος, κουρασμένος, καχύποπτος, άλλος θυμωμένος και άλλος παραιτημένος, κάνει βόλτες ανάμεσά τους χωρίς να πιστεύει πραγματικά ότι θα φύγει με κάτι που αξίζει.

Και με όλα αυτά, καλείται το εκλογικό σώμα -ο κυρίαρχος λαός- να εκλέξει τους εκπροσώπους του με τη βροντερή αρχή, «μη χείρον βέλτιστον». Ο ψηφοφόρος λοιπόν, καλείται ξανά να επιλέξει όχι το καλύτερο, αλλά το μη χείρον.

Και μην ξεχνάτε, όλοι σας «αγαπάνε». Μπουχτίσαμε από αγαπησιάρηδες και αδιάφθορους.

Σας εύχομαι καλή ψήφο, με την εκλογή άξιων εκπροσώπων για το καλό του τόπου.