Ίσως μου έχει διαφύγει της προσοχής, εάν στα προγράμματα των κομμάτων που για τις βουλευτικές εκλογές, έχουν αρθρώσει έναν σοβαρό και τεκμηριωμένο λόγο για την κλιματική αλλαγή και να την έβαλαν ψηλά στην προεκλογική τους καμπάνια.

Η Κύπρος έχει δύο κόμματα που φαντάζομαι ότι έχουν ανησυχία και ενεργοποιούνται. Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και το Πράσινο Κόμμα της Κύπρου, που είναι ένας ξεχωριστός πολιτικός φορέας που επικεντρώνεται στη σύγχρονη οικολογία και στην ποιότητα ζωής.

Έτσι αποδίδεται η περιγραφή του από την Τεχνητή Νοημοσύνη, ΑΙ.

Δύο κόμματα, πενιχρή εκλογική σοδειά.

Έκαναν ό,τι μπορούσαν. Οι ψηφοφόροι, όχι. Όπως έλεγε κι ο μακαρίτης Μάνος Χατζιδάκις, όποιος ισχυρίζεται πως «ο πελάτης έχει δίκιο, είναι βλάξ». Το πιστεύω ακράδαντα.

Ανόητη απορία. Άσχετη, θα πείτε: Γιατί στην Ελλάδα, σε όλο το μπουκέτο των κομμάτων που κατεβαίνουν στις εκλογές, ο χώρος της πολιτικής οικολογίας παραμένει πολυδιασπασμένος και προς το παρόν δεν διαθέτει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Είναι οι Οικολόγοι Πράσινοι, το Πράσινο Κόμμα, τους Πράσινους-Οικολογία και το Κόσμος; Τέσσερα κόμματα για την κλιματική αλλαγή. Είμαστε με τα καλά μας;

Ευνόητη η απάντηση. Ας συνεχίσουμε με γιγαντοαφίσες πλουσίων γυρολόγων της πολιτικής, που δεν τους έχει πει κανένας ότι η φύση, το τοπίο και το «λίγο, αλλά ωραίο» της Κύπρου είναι ωραίο, και έχει γερές πίστες.

Το ίδιο ισχύει και για τους ουρανοξύστες, που μετέτρεψαν την Λεμεσό σε Σιγκαπούρη, χωρίς όμως τον σχεδιασμό και την υποδομή που πρέπει να έχουν τέτοιες πόλεις.

Ένα βιβλίο, που απαντά σε όλες τις υπερβολές και αυταπάτες μας:

Το 1845 ένας νεαρός απόφοιτος του Χάρβαρντ εγκαταλείπει την πόλη και αποφασίζει να ζήσει στις όχθες της λίμνης, κοντά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Ο άντρας αυτός δεν ήταν άλλος από τον μετέπειτα σημαντικό Αμερικανό συγγραφέα και φιλόσοφο, Ντέιβιντ Θορώ, πρωτεργάτη για πολλούς των σύγχρονων οικολογικών κινημάτων.

Χτίζει μόνος του μια μικρή καλύβα, φυτεύει ένα χωράφι με φασόλια, τρέφεται κατά κύριο λόγο με φρούτα και λαχανικά. Διαβάζει, γράφει, στοχάζεται, κρατάει ημερολόγιο, ανακαλύπτει τη δύναμη της επαφής με τη Φύση.

Για τα επόμενα δύο χρόνια προσπαθεί να συνδυάσει «την ευρωστία των αγρίων με την πνευματικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου», υιοθετώντας έναν τρόπο ζωής που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα εκβιομηχάνισης της εποχής του.

Στο «Walden» ή «Η Ζωή στο Δάσος», βιβλίο που κατέχει θέση παγκόσμιας διαθήκης του συγγραφέα, περιγράφει το ριζοσπαστικό και ουτοπικό του εγχείρημα της επιστροφής στη Φύση με τρόπο καίριο και συγχρόνως αφοπλιστικό. Δεν είναι τυχαίο ότι, έπειτα από σχεδόν ενάμιση αιώνα, το έργο εξακολουθεί να συγκινεί και να διατηρεί έναν επίκαιρο προβληματισμό, αφού επισημαίνει, σχεδόν προφητικά, τις αρνητικές συνέπειες της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το περιβάλλον. (Φωτό)

Υστερόγραφο, με έναν στοχασμό:

Κάποια μέρα, οι γονείς μας θα είναι σαν παιδιά. Όχι σε ηλικία, αλλά στις ανάγκες τους.

Θα ’ρθουν στιγμές που θα ξεχνούν πράγματα που τους είπες πριν λίγο. Που θα κάνουν δυο φορές την ίδια ερώτηση. Που το βήμα τους θα είναι αργό, φοβισμένο και απρόσεκτο.

Θα χρειαστούν βοήθεια για κάτι που κάποτε τους φαινόταν πολύ εύκολο.

Μην το δείτε σαν βάρος, αλλά σαν χρέος της αγάπης που επί χρόνια σου έδιναν γενναιόδωρα και αγόγγυστα.

Να τους τηλεφωνείς πιο συχνά.

Να τους επισκέπτεσαι περισσότερο.