Κοντοστέκομαι στον εύστοχο σχολιασμό του συναδέλφου Χρήστου Μιχαηλίδη στο κείμενο του στην προχθεσινή έκδοση της εφημερίδας, για το απογοητευτικό γεγονός ότι μετά τις βουλευτικές εκλογές της Κυριακής στην Κύπρο, καμιά πολιτική δύναμη ή κομματικός σχηματισμός που εκφράζει την πολιτική οικολογία δεν διαθέτει πλέον κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Στο ίδιο θέμα αναφέρεται σε άρθρο της και η αντιπρόεδρος του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, δρ Κατερίνα Χατζηστυλλή, που έγραψε, μεταξύ άλλων, ότι «η αποχώρηση της πολιτικής οικολογίας από το κοινοβουλευτικό πεδίο δημιουργεί ένα ουσιαστικό κενό εκπροσώπησης σε κρίσιμα ζητήματα δημόσιας πολιτικής, όπως η βιώσιμη ανάπτυξη, η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, η χωροταξική και πολεοδομική ισορροπία».

Και οι δύο αρθρογράφοι συνέδεσαν την απουσία της πολιτικής οικολογίας από την κυπριακή –και την ελληνική– Βουλή, με την αποδυνάμωση του πολιτικού ελέγχου σε ό,τι αφορά την ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος ενόψει της ανεξέλεγκτης οικιστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης και της κλιματικής αλλαγής που παρατηρείται βέβαια στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα.

Μάλιστα, ο Χρήστος Μιχαηλίδης παραπέμπει τους αναγνώστες στο βιβλίο «Walden» του Αμερικανού συγγραφέα και φιλόσοφου, Ηenry David Thoreau (1817-1862), που τον χαρακτηρίζει «πρωτεργάτη, για πολλούς, των σύγχρονων οικολογικών κινημάτων», προσθέτοντας  ότι «είναι ένα βιβλίο που απαντά σε όλες τις υπερβολές και αυταπάτες μας».

Παίρνω την …πάσα από τον Χρήστο για να πω ότι το «Walden» είναι για μένα ένας καθοριστικός σταθμός στην πολύχρονη αναγνωστική μου οδύσσεια και να προσθέσω στα όσα ανέφερε, ότι ο Thoreau έγραψε το βιβλίο από το 1845 μέχρι το 1847,  ενώ ζούσε μόνος στα δάση «ένα μίλι μακριά από τον κάθε κατοικημένο τόπο» σε μια ξύλινη καλύβα που είχε κτίσει στην όχθη της λίμνης Walden στη Μασαχουσέτη. Είναι  η απλή και συναρπαστική αφήγηση της καθημερινής διαβίωσης του μοναχικού φιλόσοφου στο δάσος, της αγάπης του για τη φύση και για τη λιτή και απέριττη ζωή.

«Βλέπω νέους συμπολίτες μου», γράφει στο «Walden», «που είχαν την ατυχία να κληρονομήσουν σπίτια, κτήματα, αποθήκες, ζώα και εργαλεία. Τους θεωρώ άτυχους γιατί όλα αυτά εύκολα τα αποκτά κανείς, αλλά δύσκολα τα ξεφορτώνεται. Οι άνθρωποι ζουν με τη λανθασμένη εντύπωση πως κάποια μοίρα που την ονομάζουν ανάγκη, τους υποχρεώνει να στοιβάζουν θησαυρούς που θα τους φάει ο σκώρος και η σκουριά, που θα τους κλέψουν οι ληστές και οι διαρρήκτες. Είναι ζωή ανόητη η τέτοια ζωή και κάποια μέρα το ανακαλύπτουν. Συχνά όμως αυτή η μέρα είναι η τελευταία τους».  

Ο Thoreau αναφέρεται βέβαια στους ανθρώπους του 19ου αιώνα. Αλλά και του 10ου και …πιθανόν του 20ου και του 21ου