Η δεισιδαιμονία (δεισ<δείδω= φοβάμαι, τρέμω και δαίμων=θεός) δεν είχε πάντοτε αρνητική σημασία. Αρχικά, υποδήλωνε ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, παρόμοιο με εκείνο της «εὐσέβειας» (σεβασμού ή συστολής απέναντι στον θεό). Το γεγονός υποδηλοί η περιγραφή του βασιλιά της Σπάρτης, Αγησίλαου, από τον Ξενοφώντα, ο οποίος δεν διστάζει να τον χαρακτηρίσει «δεισιδαίμονα» προσδίδοντας -κατά τη γνώμη του- ακόμη μια θετική χροιά στην ήδη εξέχουσα προσωπικότητα του βασιλιά. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Αγησίλαος ήταν «πάντοτε δεισιδαίμων» (αἰεὶ δὲ δεισιδαίμων ἦν), επειδή δεν θεωρούσε ευτυχισμένους όσους δεν είχαν ολοκληρώσει τη ζωή τους, όσο καλά και αν ζούσαν, σε αντίθεση με τους πεθαμένους που είχαν ζήσει ένδοξα και μπορούσαν πλέον να χαρακτηριστούν ευτυχισμένοι (Ξενοφών, Αγησίλαος 11.8).
Η αλλαγή της σημασίας ωστόσο προς την αρνητική έννοια του παράλογου φόβου που κατατρύχει τον άνθρωπο απέναντι στον θεό δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή της. Πράγματι, τον 3ο αιώνα π.Χ. ο «δεισιδαίμων» είναι ένας από τους «χαρακτήρες» που γελοιοποιεί ο Θεόφραστος (φίλος του Αριστοτέλη, ο οποίος διετέλεσε Διευθυντής του Λυκείου για τριάντα τέσσερα χρόνια) στο ομώνυμο -και περιώνυμο- έργο του, ανάμεσα στον αυθάδη, τον αηδιαστικό, τον φλύαρο και άλλους τύπους ανθρώπων που διαβιούν στην Αθήνα της εποχής του.
Το έργο απέχει πολύ από τα υπόλοιπα του Θεόφραστου, κυρίως όσον αφορά το ύφος. Έτσι, ανάμεσα στα επιστημονικά του έργα -την αξία των οποίων αδίκως υποσκίασε το αριστοτελικό γόητρο- εμφανίζονται οι «Χαρακτήρες», δημιουργώντας ένα πρότυπο περιγραφής γελοίων προσωπικοτήτων που θα διατηρηθεί για αιώνες. Και στις τριάντα περιπτώσεις ο συγγραφέας ξεκινάει από τον ορισμό του ελαττώματος για να διανθίσει με (ακραία;) παραδείγματα συμπεριφοράς τον τύπο ανθρώπου που περιγράφει. Φτάνοντας στη μέση, στον δέκατο έκτο χαρακτήρα, συναντάμε τον δεισιδαίμονα:
«Φυσικά, η δεισιδαιμονία θα φαινόταν ότι είναι δειλία προς το θείο, ενώ ο δεισιδαίμονας το είδος του ανθρώπου ο οποίος, αφού πλύνει τα χέρια του στη βρύση και αφού περιλούσει το σώμα του με νερό από κάποιο ιερό, βάζει στο στόμα του ένα φύλλο δάφνης και κυκλοφορεί έτσι όλη τη μέρα» Θεόφραστος, Χαρακτήρες 16.1-2
Ο ορισμός προκαλεί εντύπωση. Η δεισιδαιμονία χαρακτηρίζεται ως «η δειλία απέναντι στον θεό» και ο δεισιδαίμων εκείνος που επιζητεί συνεχώς τη θεία συγκατάθεση για να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη. Για τον ίδιο, ο κόσμος είναι συγκεχυμένος, γεμάτος οιωνούς και σημάδια σταλμένα από τον θεό, που πρέπει οπωσδήποτε να λάβουν απάντηση. Όλα σημαίνουν κάτι: το φίδι που θα δει στην αυλή του, το ποντίκι στην αποθήκη του, η λεχώνα και ο νεκρός. Έπεται ένας μακρύς κατάλογος που, χωρίς πολυλογία, παραθέτει την αντίδραση του δεισιδαίμονα απέναντι σε πλήθος καταστάσεων. Ο συγγραφέας ξεκινά από την τυχαία συνάντησή του με μια γάτα (16.3). Βρισκόμαστε στον 3ο π.Χ. αιώνα:
«Αν μια γάτα (γαλῆ) διασχίσει τρέχοντας το δρόμο, δεν προχωρά, προτού περάσει κάποιος άλλος ή προτού πετάξει ο ίδιος τρεις πέτρες στον δρόμο» Θεόφραστος, Χαρακτήρες 16.3
Για τους Αθηναίους, ο δεισιδαίμων του Θεόφραστου είναι ένας ακόμη γνωστός τύπος της εποχής από εκείνους που κυκλοφορούσαν καθημερινά ανάμεσά τους. Ο συγγραφέας σε μια ολιγόστιχη παρουσίαση καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα χαρακτηριστικά του -τα οποία παρατάσσει χωρίς σχολιασμό- αφήνοντας τον αναγνώστη να αναζητήσει την ταύτιση, για να προκαλέσει γέλιο. Ο δεισιδαίμων αισθάνεται διαρκώς την ανάγκη να διώξει το κακό. Γι’ αυτό και δεν χάνει ευκαιρία για εξαγνισμό: ραντίζεται με νερό της θάλασσας, αλείφει με λάδι το σώμα του, πέφτει στα γόνατα και σταματάει για προσκύνημα στο τρίστρατο και, τέλος, φτύνει στον κόρφο του στη θέα κάποιου τρελού (εἰς κόλπον πτύσαι). Αλλά και το σπίτι του συχνά πρέπει να εξαγνιστεί (16.10):
«Την τέταρτη και την έβδομη μέρα κάθε μήνα, αφού προστάξει να βράσουν κρασί στο σπίτι, και αφού βγει και αγοράσει μυρτιές, λιβανωτό και προσφορές, επιστρέφει στο σπίτι και στεφανώνει αγάλματα του Ερμή και της Αφροδίτης όλη τη μέρα»
Τον 3ο π.Χ. αιώνα η δεισιδαιμονία, ο φόβος για τον θεό, εκλαμβάνεται ως μια φρενήρης κατάσταση. Ωστόσο, η δεισιδαιμονία δεν αφορά μόνο τον θεό. Λίγους αιώνες αργότερα, ο Πλούταρχος συνοψίζει:
«Όποιος φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα: τη γη, τη θάλασσα, τον αέρα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165e
Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας των βιβλίων:
Η Φιλοσοφία της ευτυχίας: Ζήσε καλύτερα διαβάζοντας τους αρχαίους φιλοσόφους, Μεταίχμιο, 2025
Φιλοσοφία για όλους: Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους, Μεταίχμιο, 2022