Στο βιβλίο του The Art of the Deal το 1987, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριζε ότι ένα από τα βασικά στοιχεία κάθε επιτυχημένης συμφωνίας είναι να “γνωρίζεις την αγορά σου”. Δεν εμπιστευόταν τόσο τις έρευνες και τα στατιστικά όσο το προσωπικό του ένστικτο. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, αυτή η πολιτική και επιχειρηματική διαίσθηση φαίνεται να επικεντρώνεται σε έναν και μόνο αριθμό: την τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ.

Από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ προχώρησαν στη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν τον περασμένο Φεβρουάριο, η αγορά πετρελαίου μετατράπηκε σε καθοριστικό πεδίο πολιτικής επιβίωσης για τον Αμερικανό πρόεδρο. Στην αμερικανική κοινωνία, η τιμή που εμφανίζεται στις φωτεινές πινακίδες των πρατηρίων λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως το πιο άμεσο μέτρο επιτυχίας ή αποτυχίας μιας κυβέρνησης. Από την Ιρανική Επανάσταση και την πετρελαϊκή κρίση του 1979 μέχρι σήμερα, οι πολίτες συχνά αξιολογούν τον εκάστοτε πρόεδρο όχι με βάση τη γεωπολιτική στρατηγική ή τις διπλωματικές επιτυχίες, αλλά με βάση το κόστος ενός γαλονιού βενζίνης.

Και αυτή τη φορά τα πράγματα δεν εξελίσσονται υπέρ του Τραμπ. Μέσα σε 10 εβδομάδες πολέμου, η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 52%, φθάνοντας τα 4,53 δολάρια το γαλόνι, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Ο ίδιος επιμένει ότι η άνοδος είναι προσωρινή και ότι αποτελεί μικρό τίμημα μπροστά στον στόχο αποτροπής ενός πυρηνικά εξοπλισμένου Ιράν. Ωστόσο, στην αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, η βενζίνη δεν είναι απλώς ένα καταναλωτικό προϊόν· είναι σύμβολο ελευθερίας.

Παρά το γεγονός ότι το κόστος καυσίμων καταλαμβάνει πλέον μικρότερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες, η πολιτική του επιρροή παραμένει τεράστια. Σήμερα, ακόμη και με τις πρόσφατες αυξήσεις, οι Αμερικανοί δαπανούν λιγότερο από 2% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για βενζίνη. Συγκριτικά, η τιμή ενός γαλονιού καυσίμου είναι χαμηλότερη από την τιμή ενός Big Mac, ενώ τα τελευταία χρόνια οι τιμές κατοικίας, εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης και ηλεκτρικής ενέργειας έχουν αυξηθεί πολύ ταχύτερα.

Η αμερικανική οικονομία, παράλληλα, αλλάζει. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αυξάνονται σταδιακά, η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται και η ζήτηση για βενζίνη πιθανότατα έχει ήδη κορυφωθεί και σταδιακά θα αρχίσει να υποχωρεί. Τίποτε όμως από αυτά δεν έχει περιορίσει την ψυχολογική και πολιτική βαρύτητα της τιμής στα πρατήρια.

Ορατότητα

Ένας βασικός λόγος είναι η απλότητα και η ορατότητα της βενζίνης. Οι πολίτες μπορεί να δυσκολεύονται να κατανοήσουν πόσο ακριβώς αυξάνεται το κόστος υγείας ή πανεπιστημιακών διδάκτρων, αλλά βλέπουν καθημερινά τις τιμές στα βενζινάδικα. Σε κάθε αυτοκινητόδρομο, σε κάθε μικρή πόλη, οι φωτεινές πινακίδες λειτουργούν σαν δημόσιο βαρόμετρο της οικονομίας.

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο. Η αμερικανική ταυτότητα είναι άρρηκτα δεμένη με το αυτοκίνητο και τον δρόμο. Από τη λογοτεχνία μέχρι τα γουέστερν και τα τραγούδια, η ελευθερία της μετακίνησης κατέχει κεντρική θέση στην αμερικανική κουλτούρα. Η εικόνα του ανοιχτού δρόμου συμβολίζει ανεξαρτησία, φυγή, περιπέτεια και κοινωνική κινητικότητα. Για δεκαετίες, το αυτοκίνητο υπήρξε το απόλυτο εργαλείο ελευθερίας.

Γι’ αυτό και οι αυξήσεις στην τιμή των καυσίμων βιώνονται από πολλούς Αμερικανούς σχεδόν ως περιορισμός ατομικών δικαιωμάτων. Όταν η βενζίνη είναι φθηνή, δημιουργείται η αίσθηση ότι “τίποτα δεν σε κρατά πίσω”. Όταν ακριβαίνει, η καθημερινότητα μοιάζει πιο στενή και πιο πιεστική.

Το 1980 ο Ρόναλντ Ρίγκαν αξιοποίησε την ενεργειακή κρίση και τις ελλείψεις καυσίμων για να επιτεθεί στον Τζίμι Κάρτερ. Οι τιμές είχαν εκτιναχθεί μετά την Ιρανική Επανάσταση και ο Κάρτερ καλούσε τους Αμερικανούς να περιορίσουν την κατανάλωση ενέργειας. Ο Ρίγκαν χαρακτήρισε αυτή την πολιτική “μοίρασμα της σπάνης” και έθεσε το περίφημο ερώτημα: “Είστε καλύτερα σήμερα απ’ ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια;”. Η απάντηση των ψηφοφόρων ήταν καταλυτική.

Ο ίδιος ο Τραμπ γνωρίζει όσο λίγοι τη δύναμη αυτής της πολιτικής εξίσωσης. Το 2022 επιτέθηκε σφοδρά στον Τζο Μπάιντεν όταν η τιμή της βενζίνης ξεπέρασε προσωρινά τα 5 δολάρια το γαλόνι, κατηγορώντας τους Δημοκρατικούς ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την πράσινη μετάβαση παρά για το πορτοφόλι της μεσαίας τάξης. Το σύνθημα “Drill, baby, drill” και οι υποσχέσεις για φθηνότερη ενέργεια συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιστροφή του στην εξουσία.

Για ένα διάστημα, η στρατηγική αυτή απέδωσε. Στα τέλη του 2025 η τιμή της βενζίνης είχε πέσει κάτω από τα 3 δολάρια το γαλόνι. Όμως ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε τα δεδομένα. Η Τεχεράνη, απαντώντας στις αμερικανικές επιθέσεις, περιόρισε δραστικά τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η εκτόξευση των διεθνών τιμών του πετρελαίου μεταφέρθηκε άμεσα στην αμερικανική αντλία.

Επιβίωση

Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ, την ίδια στιγμή, επιταχύνεται ξανά, φτάνοντας το 3,8%, με αυξήσεις σε ενοίκια, τρόφιμα και αεροπορικά εισιτήρια. Παρ’ όλα αυτά, η βενζίνη εξακολουθεί να ξεχωρίζει πολιτικά. Οι περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι μπορούν να περιορίσουν άλλες δαπάνες, όχι όμως και την ανάγκη μετακίνησης.

Αυτό εξηγεί και γιατί ο ομοσπονδιακός φόρος στη βενζίνη παραμένει αμετάβλητος από το 1993. Καμία κυβέρνηση, Δημοκρατική ή Ρεπουμπλικανική, δεν τόλμησε να τον αυξήσει. Αντίθετα, ο Τραμπ εξετάζει ήδη το ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής του, σε μια προσπάθεια να ανακουφίσει τους καταναλωτές και να περιορίσει την πολιτική ζημιά.

Η αμερικανική ιστορία δείχνει ότι οι πρόεδροι μπορούν να επιβιώσουν από πολέμους, οικονομικές κρίσεις ή πολιτικά σκάνδαλα. Πολύ δυσκολότερα όμως επιβιώνουν της ακριβής βενζίνης. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει επανεκλεγεί όταν οι φωτεινές πινακίδες στα πρατήρια έδειχναν πάνω από 4 δολάρια το γαλόνι.

Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

capital.gr