Οι γονείς και οι παππούδες του, ιδρυτικά στελέχη στο κόμμα, και ο ίδιος από τα γεννοφάσκια κομμουνιστής. Όταν οι πλείστες μητέρες κατά την εγκυμοσύνη τους έπλεκαν κίτρινες ή λευκές κουβερτούλες και καλτσάκια για να ζεστάνουν το νεογέννητο, αφού δεν γνώριζαν το φύλο του, ή μια γαλάζια και μια ροζ, αυτή είχε πλέξει μια κόκκινη κουβέρτα που έβγαζε μάτι στο μαιευτήριο ανάμεσα στα υπόλοιπα βρέφη. Στα πρώτα του ρουχαλάκια μάλιστα είχε κεντήσει το σφυροδρέπανο.
Εκείνη την Πρωτομαγιά, αφού παρέλασαν περήφανοι όπως κάθε χρόνο με τις κόκκινες σημαίες τους, ο μικρός Πολ πήγε στο χωριό των παππούδων του για το τριήμερο. Εκεί είχε την τύχη να παραστεί στη γέννηση ενός γαϊδουριού που από την πρώτη στιγμή αγάπησε και δεν ξεκολλούσε από το πλευρό του και όταν το σχολείο έκλεισε για τις θερινές διακοπές, ήθελε να επιστρέψει εκεί παρά την αγάπη του για τη θάλασσα. Έγιναν αχώριστοι με τον Τίτο, όπως το είχαν ονομάσει, από τον τότε ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας. Υπήρξαν μάλιστα ομογάλακτοι εφόσον η γιαγιά, τού έβραζε καθημερινά λίγο γάλα γαϊδούρας πολύ ωφέλιμο για την υγεία, τού έλεγε. Όταν φθινοπώριασε και άνοιξαν τα σχολεία, επιστρέφοντας στην πόλη ο Πολ έπεσε σε μαρασμό, δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν είχε όρεξη για παιχνίδι, μόνο μια λέξη επαναλάμβανε μέσα στον ύπνο του κι αυτή ήταν το όνομα Τίτο.
Προσπάθησαν να στρέψουν την προσοχή του σε άλλα κατοικίδια, αρχίζοντας από καναρίνια, χελώνα, γατάκι αλλά μόνο ο Τίτο τον έκανε χαρούμενο, όποτε πήγαιναν στο χωριό. Οι γονείς του αποφάσισαν να πάρουν το γαϊδουράκι μαζί τους στην πόλη, αφού είχε πια απογαλακτιστεί και να το γύριζαν τη στιγμή που το παιδί θα ήταν έτοιμο και θα στρεφόταν αλλού η προσοχή του.
Εγκατέστησαν τον Τίτο στο μπαλκόνι του σπιτιού με σανό και μπόλικο νερό, ενώ κάθε πρωί και απόγευμα, πριν και μετά από τη δουλειά, ο πατέρας τον έπαιρνε βόλτα στη γειτονιά, πότε με τον Πολ να τον τραβά από το σχοινί και πότε καβάλα. Τα παιδιά έτρεχαν ξοπίσω τους, οι περαστικοί γελούσαν και οι τουρίστες ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί τους. Το σπίτι τους έγινε γνωστό ως «το σπίτιν με το γαουρούιν» και ο Πολ έγινε το πιο δημοφιλές παιδί του σχολείου, αφού όλοι οι συμμαθητές ήθελαν να τον επισκέπτονται και να παίζουν με το γαϊδουράκι. Αυτή ήταν η ωραιότερη περίοδο της ζωής του, όπως θα θυμόταν, ενήλικας πια.
Η φήμη του Τίτο έφτασε και στις γύρω γειτονιές, έμαθε μάλιστα να βόσκει στις άδειες χωράφες, επιστέφοντας πίσω στο σπίτι από μόνος του, σαν καλό γαϊδούρι, και περιμένοντας τους ιδιοκτήτες του για να τον ανεβάσουν από τη σκάλα στο μπαλκόνι. Στην έκθεση της Β΄ δημοτικού, όταν η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να γράψουν έκθεση με θέμα το κατοικίδιό τους, ο Πολ πήρε Α με θαυμαστικό, για την τόση φαντασία που διέκρινε ένα παιδί το οποίο έκανε τόσο λεπτομερείς περιγραφές για τη φυσιολογία ενός ζώου. Δεν υποψιαζόταν πως θα μπορούσε να ήταν πραγματική η παρουσία του, στη βεράντα ενός αστικού σπιτιού.
Το καλοκαίρι όταν ο Πολ επέστρεψε από την παιδική κατασκήνωση, δεν βρήκε τον Τίτο στο μπαλκόνι το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν τον χωρούσε πια, αλλά και οι κάτοικοι της πόλης έκαναν παράπονα στο δημαρχείο πως ένα γαϊδούρι δεν τους αφήνει να ησυχάσουν από τα αγκανίσματα, ούτε τις ιερές ώρες της μεσημβρινής αργίας. Έτσι τον επέστρεψαν πίσω στο χωριό, απ’ όπου συνεχίστηκε φυσιολογικά πια η σχέση του παιδιού μαζί του, όποτε πήγαινε στην ύπαιθρο.
Με το που έφτανε, έτρεχε κοντά του και ο Τίτο γκάριζε συνθηματικά για να τον χαιρετίσει. Η στενή τους σχέση συνεχίστηκε, μέχρι και την τουρκική εισβολή, όταν οι Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν, ενώ τα ζώα και τα κοπάδια τους έμειναν πίσω στην κατεχόμενη πλέον γη. Ίσως ο Τίτο να ήταν Πολ ένα από τα αδέσποτα γαϊδουράκια της Καρπασίας. Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003, ο Πολ έδειξε με μισή καρδιά το διαβατήριό του, για να πάρει τους γονείς του να δουν την πόλη του και το χωριό τους. Βρήκε μόνο την εγκατάλειψη και το σπίτι τους να κατοικείται από εποίκους, από τους οποίους έπρεπε να πάρουν άδεια για να περάσουν το κατώφλι.
Φεύγοντας, με την καρδιά μαύρη από πόνο, οι νέοι ένοικοί έδωσαν στην οικογένεια ένα άλμπουμ και μερικές κορνιζαρισμένες μαυρόασπρες φωτογραφίες, ανάμεσα στις οποίες αυτή ενός αγοριού που καθόταν σ’ ένα γκρίζο γαϊδουράκι με λευκή κοιλιά. Ήταν ο Τίτο σε όλο του το μεγαλείο και ο μικρός Πολ, καβαλάρης στους εφτά ουρανούς, οδηγώντας τον Πήγασό του πάνω από πόλεις και βουνά, τότε που νόμιζε πως όλα ήταν αιώνια και ο κόσμος τού ανήκε. Αναζήτησε τον Τίτο ανάμεσα στα αδέσποτα και ορφανά γαϊδούρια της κατεχόμενης χερσονήσου της Καρπασίας, αλλά δεν τον βρήκε ποτέ. Ίσως ο Τίτο να καλπάζει ακόμη, ελεύθερος-πολιορκημένος, έχοντας ξεπεράσει τα όρια του χωροχρόνου, με τον ολ καθισμένο στην πλάτη του.
Υ. Γ.
Όσοι από σας αγαπάτε τα χαριτωμένα αυτά τετράποδα, διαβάστε το θαυμαστό βιβλίο του Ισπανού νομπελίστα Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Ο Πλατέρο κι εγώ».