Η Μέση Ανατολή δεν αλλάζει μόνο με πολέμους. Οι πόλεμοι, βέβαια, δεν λείπουν. Όμως η περιοχή αλλάζει και με κινήσεις που, στην αρχή, μοιάζουν τεχνικές, σχεδόν βαρετές: μια αμυντική συμφωνία εδώ, μια στρατιωτική ανάπτυξη εκεί, μια διπλωματική πρωτοβουλία πιο κάτω. Κι όμως, κάποιες φορές, μέσα από αυτές τις «λεπτομέρειες» φαίνεται καθαρότερα προς τα πού οδεύει η περιοχή.
Επί παραδείγματι, το «τρίγωνο» Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν. Διότι εδώ δεν μιλάμε για ακόμη μία συνεργασία ανάμεσα σε μουσουλμανικές χώρες, ισχυρές σουνιτικές εν προκειμένω.
Έχουμε τη σταδιακή διαμόρφωση ενός άξονα που λειτουργεί, έστω και χωρίς να το διακηρύσσει πάντα ανοικτά, ως αντίβαρο στην αρχιτεκτονική των Συμφωνιών του Αβραάμ. Ήδη, οι πρώτες φωνές στον —ελεγχόμενο— σαουδαραβικό Τύπο έχουν αρχίσει να ακούγονται.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν ήταν απλώς μια διπλωματική επιτυχία του Ισραήλ με ορισμένες αραβικές χώρες. Ήταν η απόπειρα να στηθεί μια νέα περιφερειακή τάξη, στην οποία το Ισραήλ θα έπαυε να είναι απομονωμένο σώμα στη Μέση Ανατολή και θα γινόταν οργανικό κομμάτι της: με οικονομικές συνεργασίες, τεχνολογική διείσδυση, αμυντικούς δεσμούς και, κυρίως, με μια νέα αίσθηση κανονικότητας.
Αυτό, προφανώς, δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορη τη Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ μπορεί να συζητά με την Ουάσιγκτον, μπορεί να θέλει αμερικανικές εγγυήσεις, προηγμένη τεχνολογία και αναβαθμισμένο στρατηγικό ρόλο. Όμως δεν θέλει να μπει σε κανένα σχήμα ως κομπάρσος.
Και σίγουρα δεν θέλει να δει το Ισραήλ να κεφαλαιοποιεί μόνο του μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα, ενώ η ίδια η Σαουδική Αραβία θα εμφανίζεται απλώς ως ένας κρίκος της αλυσίδας. Αυτό έχει ίσως να κάνει ακόμη περισσότερο με το εσωτερικό του Βασιλείου παρά με τον περιφερειακό του ρόλο.
Γι’ αυτό και η προσέγγιση με την Τουρκία και το Πακιστάν έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση δείχνει με την πρώτη ματιά. Το Πακιστάν φέρνει μαζί του στρατιωτικό και πυρηνικό βάρος, προσωπικό, τεχνογνωσία και μια μακρά σχέση με τη σαουδαραβική ασφάλεια.
Η Τουρκία, από την άλλη, φέρνει γεωγραφία, αμυντική βιομηχανία, επιρροή στον σουνιτικό κόσμο και, βεβαίως, την αδιάκοπη φιλοδοξία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εμφανίζεται ως κεντρικός παίκτης της περιοχής. Αυτό είναι ταυτόχρονα και πλεονέκτημα και πρόβλημα για το Ριάντ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτός ο άξονας δεν είναι μόνο αντι-ιρανικός. Αν ήταν μόνο αυτό, θα ήταν απλό. Η Σαουδική Αραβία φοβάται το Ιράν, θέλει αποτροπή, αναζητεί εφεδρείες, και ως εδώ. Εδώ όμως υπάρχει και κάτι άλλο. Υπάρχει η προσπάθεια να μη γίνει η νέα Μέση Ανατολή αποκλειστικά υπόθεση του Ισραήλ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, των Ηνωμένων Πολιτειών και όσων κινούνται γύρω από τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Με άλλα λόγια, το Ριάντ χτίζει επιλογές. Θέλει να μπορεί να μιλά με όλους, αλλά να μην εξαρτάται απόλυτα από κανέναν. Να συζητά ομαλοποίηση με το Ισραήλ, αλλά όχι από θέση ανάγκης. Να παίρνει από την Ουάσιγκτον όσα μπορεί, αλλά να μη μένει ακάλυπτο αν η αμερικανική πολιτική αλλάξει ξανά. Να κρατά ανοικτή την πόρτα προς τη Δύση, χωρίς να κλείνει την πόρτα σε μια σουνιτική στρατηγική τριάδα με Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ.
Την ίδια ώρα, ο Ερντογάν κάνει αυτό που ξέρει καλά: μετατρέπει κάθε κρίση σε σκηνή. Η Γάζα, η σύγκρουση με το Ισραήλ και η οργή μεγάλου μέρους του μουσουλμανικού κόσμου τού προσφέρουν το υλικό για να εμφανιστεί ξανά ως προστάτης των Παλαιστινίων και ως ηγέτης που μιλά εκεί όπου, κατά τον ίδιο, οι άλλοι σιωπούν.
Σύμφωνα με ισραηλινές αναλύσεις, η Άγκυρα επιχειρεί να κρατήσει το Ισραήλ στο κέντρο της διεθνούς πίεσης, φέρνοντας τη Γάζα σε συνόδους, συναντήσεις και διπλωματικές επαφές. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτό αλλάζει ουσιαστικά την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων.
Παράγει όμως εικόνα, πίεση και αφήγημα. Και στην περιοχή, πολλές φορές, αυτά προηγούνται της πραγματικής ισχύος.
Υπάρχει όμως και η εσωτερική διάσταση. Ο Ερντογάν αξιοποιεί την κρίση με το Ιράν και τη γενικότερη περιφερειακή αναταραχή όχι μόνο για να ανεβάσει τον διεθνή του ρόλο, αλλά και για να σφίξει ακόμη περισσότερο το εσωτερικό μέτωπο. Όσο η προσοχή στρέφεται στους πυραύλους, στη Γάζα, στο Ιράν και στο Ισραήλ, τόσο ευκολότερα η Άγκυρα πνίγει ό,τι έχει απομείνει από δημοκρατία στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Το συμπέρασμα είναι απλό: η Μέση Ανατολή δεν μπαίνει σε φάση ηρεμίας. Μπαίνει σε φάση αναδιάταξης. Από τη μία, οι Συμφωνίες του Αβραάμ και η προσπάθεια να ενσωματωθεί το Ισραήλ στη νέα περιφερειακή κανονικότητα. Από την άλλη, ένας άξονας Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, που υπενθυμίζει ότι κανείς δεν σκοπεύει να αφήσει την ηγεσία της περιοχής να περάσει αμαχητί σε άλλους.
Αυτή είναι η oυσιαστική σύγκρουση που έρχεται. Όχι μόνο ανάμεσα σε κράτη, αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αρχιτεκτονικές για τη Μέση Ανατολή της επόμενης ημέρας. Και δεν είναι οι μόνες υποψήφιες.