Μνημόνιο κατανόησης. Ο όρος και μόνο έμοιαζε από την πρώτη στιγμή αστείος. Ένα καθεστώς το οποίο έχει οδηγήσει τον λαό του στην εξαθλίωση — σε μία από τις πλουσιότερες σε φυσικούς πόρους χώρες του κόσμου — και το οποίο, για σχεδόν μισό αιώνα, έχει ορίσει ως λόγο ύπαρξής του την καταστροφή του «μικρού δαίμονα», όπως αποκαλεί το Ισραήλ, δύσκολα θα μπορούσε να βρει, μετά από έναν πόλεμο που του προκάλεσε ζημιές τουλάχιστον 270 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την όποια κατανόηση με τον «μεγάλο δαίμονά» του, τις ΗΠΑ.

Σήμερα, άλλωστε, σε όλα τα τζαμιά της χώρας, στο κήρυγμα της Παρασκευής, αυτό έπαιζε ως μήνυμα. Ο «μεγάλος δαίμονας» παραμένει τέτοιος και τίποτα δεν αλλάζει. Αντιστρέφοντας το νόμισμα, βλέπει κανείς μια υπερδύναμη η οποία, ενώ στα χέρια του Ντόναλντ Τραμπ, κατάφερε να πείσει ότι επιστρέφει στον ρόλο της, σε επίπεδο εντυπώσεων διασύρεται από το Ιράν.

Ένα Ιράν το οποίο, ενώ επί της ουσίας οι δυνατότητές του δεν πλησιάζουν καν τους κομπασμούς του, κατάφερε να μιλά στην Ουάσινγκτον ωσάν αυτή να ήταν κάποια ήσσονος σημασίας χώρα.

Και το έκανε αφού πρώτα την έφερε υπό τη δαμόκλειο σπάθη ενός παγκόσμιου οικονομικού — μίνι; — κραχ και μιας ακόμη χειρότερης συντριβής στα midterms του φθινοπώρου. Το ίδιο το μνημόνιο κατανόησης, άλλωστε, αφήνει πολύ μεγαλύτερο περιθώριο στην παρανόηση. Τα κρίσιμα σημεία δεν καλύπτονται· απλώς σπρώχνονται παρακάτω.

Το δε Ιράν προειδοποιεί ότι, εάν δεν πάρει το έξτρα που ζητά, δηλαδή τη διάσωση της Χεζμπολάχ – ώστε να συνεχίσει να μην αφήνει σε ησυχία ούτε τον Λίβανο, ούτε το Ισραήλ, ούτε και την υπόλοιπη περιοχή – το μνημόνιο δεν υφίσταται.

Δικαίως θα διερωτηθεί κάποιος: το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, όμως, δεν αφαιρεί τον μεγαλύτερο και πιο άμεσο εκβιασμό του Ιράν;

Η απάντηση είναι πως θεωρητικά ναι, όμως κανείς δεν θα ήθελε να συνεχιστεί η αστάθεια. Ακόμη και αν προσπεράσει κανείς, χάριν συζήτησης, ένα εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο — τις φωνές εντός του Ιράν που δυναμώνουν τις τελευταίες ώρες και ζητούν εγκατάλειψη του μνημονίου, το οποίο υποστηρίζει μια πολιτική κάστα στην Τεχεράνη, που μειοψηφεί ως προς την πραγματική της ισχύ — τα ζητήματα είναι πολλά και τεράστια.

Μετά την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας, οι διελεύσεις στα Στενά αυξήθηκαν ελαφρώς, σε περίπου 25 ημερησίως. Ωστόσο, τα προπολεμικά επίπεδα ήταν περίπου 120 ημερησίως. Η αβεβαιότητα, που επηρεάζει τις αγορές και τους ασφαλιστές, σχεδόν όσο και το ίδιο το κλείσιμο, ίσως αποδειχθεί εξίσου προβληματική, ειδικά αν παραταθεί και, αντί της προτέρας κατάστασης, επιβληθεί εκ των πραγμάτων απόλυτη ασάφεια σχετικά με το ποιος ελέγχει τι.

Ακόμη κι αν η αμερικανική αγορά δεν εξαρτάται άμεσα από το πετρέλαιο του Κόλπου στον ίδιο βαθμό με την Ασία, οι τιμές της ενέργειας είναι παγκόσμιες. Μια νέα αναταραχή θα τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό, θα αυξήσει τα ναύλα και τα ασφαλιστικά κόστη, θα πιέσει τους συμμάχους και τις αγορές και θα πλήξει την πολιτική σταθερότητα. Δηλαδή, όλα όσα η Ουάσινγκτον δεν θέλει να βρει μπροστά της αυτή τη στιγμή. Η δεύτερη διάσταση των προβλημάτων είναι στρατιωτική και περιφερειακή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν απλώς συμφέρον να περνούν τα τάνκερ από το Ορμούζ· έχουν βάσεις, στρατεύματα, πλοία και συμμάχους σε όλη την περιοχή, από το Μπαχρέιν και το Κατάρ μέχρι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ακόμα και το Ιράκ.

Αν η συμφωνία ναυαγήσει, το Ιράν δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να ξανακλείσει τα Στενά για να προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα στις ΗΠΑ. Μπορεί να πιέσει με drones, πυραύλους, ναυτικές παρενοχλήσεις, πολιτοφυλακές, κυβερνοεπιθέσεις ή μέσω της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Εκεί βρίσκεται και το πιο κρίσιμο σημείο για το Ισραήλ: αν η Χεζμπολάχ συνεχίσει επιθέσεις ή παραβιάσεις στον βορρά, το Ισραήλ δεν πρόκειται — ούτε και μπορεί — να δεχθεί μια εκεχειρία που αφήνει τις κοινότητές του υπό μόνιμη απειλή. Αυτό σημαίνει ότι ένα ανοιχτό Ορμούζ μπορεί να συνυπάρχει με έναν ανοιχτό πόλεμο χαμηλής ή μεσαίας έντασης στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη ή στον Κόλπο.

Και επειδή το αμερικανοϊρανικό πλαίσιο δεν λύνει ακόμα τα μεγάλα ζητήματα — πυρηνικό πρόγραμμα, βαλλιστικούς πυραύλους, proxies και μηχανισμό επιβολής — οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να φοβούνται ότι μπορεί να βρεθούν μπροστά σε κάτι πιο «ύπουλο»: μια παρατεταμένη περιφερειακή κρίση χωρίς καθαρή προοπτική διεξόδου, χωρίς σταθερή αποκλιμάκωση και χωρίς εγγύηση ότι το Ισραήλ θα μείνει εκτός της νέας ανάφλεξης, ιδίως εάν δεχθεί επίθεση από το Ιράν.

Αυτή τη στιγμή, το κρίσιμο για τις ΗΠΑ είναι να διατηρηθεί ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας. Απόψε, το Ιράν ανακοίνωσε ότι αρνείται τις διεθνείς επιθεωρήσεις των πυρηνικών του. Εάν αυτό διατηρηθεί, εάν υπάρξουν χτυπήματα εναντίον χωρών του Κόλπου, εάν οδηγηθούμε σε γενίκευση του πολέμου στον Λίβανο ή εάν το Ιράν κλείσει ξανά τα Στενά, το σενάριο ενός νέου γύρου πολεμικής αναμέτρησης γίνεται πλέον ζήτημα χρόνου.

 Όχι γιατί θα το ήθελαν οι ΗΠΑ, αλλά επειδή εκ των πραγμάτων θα είναι αναπόφευκτο. Το Ιράν θεωρεί, ίσως και δικαίως, ότι κέρδισε τον πρώτο γύρο με τις ΗΠΑ από τότε που έκλεισε τα Στενά. Η συνέχεια, όμως, δεν είναι απλή, καθώς καλείται να παίξει ένα πολύ πιο επικίνδυνο παιχνίδι εκβιασμών απέναντι στην Ουάσινγκτον και στην παγκόσμια κοινότητα.

Και το πού θα το οδηγήσει αυτό είναι απρόβλεπτο.