H επιστροφή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην πρωθυπουργία του Ισραήλ συνιστά προσωπική του πολιτική επιτυχία. Παρά τις κατηγορίες για διαφθορά και τη συνεχιζόμενη δικαστική περιπέτεια, εξακολουθεί να εμπνέει μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας. Σε αντίθεση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, οι ψηφοφόροι είχαν τη δυνατότητα την περασμένη Τρίτη να συγκρίνουν τα πεπραγμένα μιας άλλης κυβέρνησης, αυτής των Νάφταλι Μπένετ και Γιάιρ Λάπιντ, με εκείνα των ετών που στην εξουσία βρισκόταν ο Νετανιάχου. 

Ο συνασπισμός, ο οποίος στήριξε τον Νετανιάχου ήταν περισσότερο συμπαγής σε σχέση με το μέτωπο εναντίον του. Παρόλα αυτά, η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση θα έχει δεξιά, σε ορισμένους τομείς ακροδεξιά χροιά. Αυτή ακριβώς η πολιτική απόχρωση δημιουργεί ανησυχία σε τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας. Η ανησυχία αυτή έχει ήδη φτάσει στη άλλη όχθη του Ατλαντικού. Πολλοί Δημοκρατικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Πολλά θα εξαρτηθούν από τα πρόσωπα τα οποία θα απαρτίσουν την κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός εξάρτησης του πρωθυπουργού από την ηγεσία ακροδεξιών κομμάτων ενδεχομένως να αποδειχθεί αυξημένος.

Για την Κύπρο και την Ελλάδα, τα νέα της επιστροφής Νετανιάχου ηχούν ευχάριστα. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχουν προσδοκίες πως το Ισραήλ θα αλλάξει τακτική έναντι της Τουρκίας την επαύριο της αποκατάστασης των διπλωματικών τους σχέσεων ή θα ευθυγραμμίσει το εθνικό του συμφέρον με αυτό της Λευκωσίας και των Αθηνών. Σημαίνει, όμως, ότι ο ηγέτης που έχτισε το τριμερές σχήμα συνεργασίας και βλέπει τη γενικότερη στάση της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή επιφυλακτικά, θα έχει ξανά τη δυνατότητα να καθορίσει τις περιφερειακές εξελίξεις.  

Μεγάλο ενδιαφέρον θα έχει, ακολούθως, η μελλοντική στάση Νετανιάχου σχετικά με τη συμφωνία οριοθέτησης θαλασσιών ζωνών Ισραήλ-Λιβάνου. O ίδιος έχει αναφέρει προεκλογικά ότι θα την «εξουδετερώσει». Έτσι κι αλλιώς οι δύο χώρες βρίσκονται σε καθεστώς πολέμου, οπότε η εφαρμογή της συμφωνίας από μόνη της δεν είναι απλή υπόθεση. Άλλο, βέβαια, αυτό και άλλο να μην προχωρήσει εξαρχής λόγω του αποτελέσματος των εκλογών στο Ισραήλ. Αν, πράγματι, αυτό συμβεί, τότε θα μπει εν μέρει φρένο στην προσπάθεια διευθετήσεων που επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνεπώς, η πίεση προς την Κύπρο και την Ελλάδα να συζητήσουν με την Τουρκία, ίσως εξασθενίσει σε κάποιο βαθμό. Το πιο πιθανό σενάριο, πάντως, είναι ο Νετανιάχου να προσεγγίσει τη συμφωνία της χώρας του με το Λίβανο, όπως είχε πράξει στο παρελθόν με αυτή του Όσλο για το Παλαιστινιακό τη δεκαετία του 1990. Αναμένεται, δηλαδή, να τηρήσει τις δεσμεύσεις της χώρας του σε αρχικό στάδιο, αλλά στη συνέχεια να αξιολογεί συστηματικά την γενικότερη τακτική του Λιβάνου πριν προχωρήσει περισσότερο στην υλοποίηση της συμφωνίας.  

Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος και η Ελλάδα χρειάζεται να αναζητήσουν κοινή αντίληψη και ερμηνεία των απειλών με το Ισραήλ του Νετανιάχου.  Με τον τρόπο αυτό, η επανεργοποίηση του τριμερούς σχήματος συνεργασίας, που πρακτικά είχε παγώπαγώσει επί θητείας Μπένετ και Λάπιντ, θα αποκτήσει περισσότερο δημιουργική διάσταση σχετικά με το τι μπορούμε να περιμένουμε σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ιδίως όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται.  Ο απαιτούμενος ρεαλισμός θα βοηθήσει, ώστε να δημιουργηθεί αρραγές μέτωπο ενόψει διπλωματικών πρωτοβουλιών που έχει ήδη προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2020, όπως για παράδειγμα ο πολυμερής διάλογος για την Ανατολική Μεσόγειο υπό την αιγίδα της. Το Ισραήλ δεν έχει προτεραιότητά του αυτό τον πολυμέρη διάλογο, καθώς εστιάζει στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, το Παλαιστινιακό και τη Συρία, αλλά ίσως ενδιαφερθεί σε μια εποχή που θέλει να ενδυναμώσει τους δεσμούς του με την Ευρώπη. Η Λευκωσία και η Αθήνα μπορούν να αξιοποιήσουν τη φωνή τους στις Βρυξέλλες προς την κατεύθυνση αυτή.

* Λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Νίκαιας (CIFE), Senior Fellow στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπέγκιν-Σαντάτ (Ισραήλ) και το ΕΛΙΑΜΕΠ.