Μετά από καθυστέρηση δεκαετιών στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων εις βάρος των εθνικών συμφερόντων, η Αθήνα δείχνει να κατανοεί που μας έφερε η κατευναστική πολιτική και οι βαθιά περιχαρακωμένες φοβίες της έναντι του τουρκικού επεκτατισμού. Κάποιος θα μπορούσε  εύλογα να διερωτηθεί  για τις δυνατότητες της Ελλάδας αν είχε προχωρήσει πριν χρόνια σε έρευνες στον πολλά υποσχόμενο ενεργειακό της πλούτο νοτίως της Κρήτης ή αλλού, που ανεξαρτήτως ευρημάτων θα συνιστούσε έμπρακτη αποφασιστικότητα στην άσκηση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων αντί φοβίας. Όμως, δεν θα μείνουμε στο παρελθόν, ούτε στα υποθετικά σενάρια, αλλά στο σήμερα. Η  πολιτική του κατευνασμού και οι φοβίες δεκαετιών με επιτηδευμένες εξηγήσεις και υπερ-προβολή στα εγχώρια ΜΜΕ, έχουν συντριβεί από τον υστερικό ορυμαγδό του ερντογανικού νεο-οθωμανισμού.  Από την άλλη, εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον που λειτουργούν ευνοϊκά τα τελευταία χρόνια, δεν θα ήταν έτσι εάν η Αθήνα επέμενε στις φοβίες και κατ’ επέκταση σε λανθασμένες επιλογές. Φυσικά, τα συμφέροντα είναι που μετρούν στον διακρατικό γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αλλά παράλληλα υπάρχουν σήμερα προσωπικότητες στην εξωτερική πολιτική σημαντικών χωρών, όπως του Γερουσιαστή Μενέντεζ στις ΗΠΑ με την στήριξη της ελληνοαμερικανικής διασποράς, του Προέδρου Μακρόν στη Γαλλία, την επανάκαμψη του Νετανιάχου στο Ισραήλ, του Προέδρου Σίσι στην Αίγυπτο αντί των τουρκο-ελεγχόμενων «Αδελφών Μουσουλμάνων» κ.ά. Τέτοιες εξελίξεις και προσωπικότητες, δεν πρόκειται να μας σώσουν, αλλά πρέπει να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής στην Αν. Μεσόγειο με επίκεντρο την πολιτική της αποτροπής αντί της φοβίας η οποία για χρόνια διαμόρφωσε τις επιλογές της Αθήνας.

Πάντως, η πολιτική της φοβίας υπήρξε φαινόμενο δεκαετιών που καταφέρνει να επιβιώνει ως σήμερα μέσω διαφόρων πρώην και νυν συμβούλων Ελληνικών Κυβερνήσεων. Πρόκειται για «μυαλά»  που ενώ ευθύνονται για τα φοβερά διλήμματα, αναλώνονται επιμελώς σε τεχνικά θέματα και δεν προτείνουν στρατηγική αντιμετώπισης του τουρκικού επεκτατισμού. Αντιθέτως, επιμένουν ως σήμερα  ότι «τα νομικά μας επιχειρήματα» αρκούν για να αντιμετωπιστεί η τουρκική επιθετικότητα κι έτσι πολλά  προβλήματα θα επιλυθούν μέσω διαλόγου. Ενόσω για δεκαετίες μιλούσαν με «νομικά επιχειρήματα», η Τουρκία προχωρούσε βήμα-βήμα σε θάλασσα, αέρα και στεριά, με κορύφωση το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ παράλληλα προτείνει διάλογο εφ’ όλης της ύλης όπου οι τουρκικές παρανομίες και  παραβατικότητα θα πολιτικοποιηθούν ως δήθεν «διαφορές», «αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές»  και άλλα τέτοια. Άλλωστε, η Τουρκία διατυμπανίζει καθημερινώς ότι επιδιώκει να επιβάλει τα δικά της «συμφέροντα και νομικά δικαιώματα» όπως η ίδια τα θεωρεί και όχι βάσει του Διεθνούς Δικαίου και των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ο φόβος της Τουρκίας δεν είναι τα «νομικά επιχειρήματα» των εγχώριων ελίτ, αλλά μια πανεθνική στρατηγική Αθήνας-Λευκωσίας στηριγμένη στην αποτροπή έναντι των τουρκικών παρανομιών. Υπό αυτή την οπτική, το τουρκολιβυκό μνημόνιο έφερε Αθήνα-Λευκωσία ενώπιον των ευθυνών τους.  

*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D), Πρόεδρος Πολιτικής Επιτροπής για την Μεσόγειο