Οι κβαντικές τεχνολογίες δημιουργούν πλέον τεράστιες αλλαγές στο ψηφιακό οικοσύστημα, επηρεάζοντας βαθύτατα τον ψηφιακό μετασχηματισμό κοινωνιών κι επιχειρήσεων. Αυτός ο μετασχηματισμός πρέπει ακριβώς να συνδεθεί με τον σχεδιασμό κβαντικής στρατηγικής, ως ικανής και αναγκαίας συνθήκης για την πρόοδο μιας χώρας. Ομολογουμένως, ο σχεδιασμός κβαντικής στρατηγικής συγκροτεί πλέον την sinequanon προϋπόθεση για μία εύρωστη οικονομία και κοινωνία ικανή να ανταποκριθεί στις πολλαπλές προκλήσεις που εκκολάπτει η εκθετική ανάπτυξη που σηματοδοτεί η κβαντική εποχή. 

Σπεύδω να σημειώσω πως ήδη η Γερμανία εξήγγειλε τον περασμένο Ιούλη τον σχεδιασμό δημιουργίας ενός «Future Fund» ύψους €30 δισ. για την υποστήριξη νεοφυών επιχειρήσεων (startups) τεχνολογιών αιχμής, με έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη, την τεχνολογία υδρογόνου και την κβαντική κινητικότητα. Αξίζει πάντως να αναφερθεί πως λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2016, ορισμένα ενδιαφερόμενα στον κβαντικό τομέα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δημοσίευσαν τη διακήρυξη σχετικά με την κβαντική τεχνολογία, η οποία έγινε γνωστή ως «Quantum Manifesto». Η εν λόγω διακήρυξη οδήγησε το 2018 στη δρομολόγηση της ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενης πρωτοβουλίας για έρευνα και καινοτομία στον τομέα των κβαντικών τεχνολογιών, διάρκειας 10 ετών και ύψους €1 δισ. Οι νέοι κβαντικοί υπολογιστές θα είναι διαθέσιμοι προς εγκατάσταση το δεύτερο εξάμηνο του 2023 στην Τσεχία, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία. Πρόκειται δε να υποστηρίξουν ευρύ φάσμα εφαρμογών βιομηχανικής, επιστημονικής και κοινωνικής σημασίας για την Ευρώπη.

Ουκ ολίγοι αναλυτές, θεωρούν πως οι κβαντικοί υπολογιστές δημιουργούν αναμφισβήτητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην οικονομία και, συνάμα, γεωπολιτική υπεροχή. Από πολλές απόψεις, οδηγούμαστε με ταχύτατους ρυθμούς από την ψηφιακή στην κβαντική εποχή, η οποία ως τέτοια θέτει νέες γνωσιολογικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και πολιτικές προκλήσεις. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος οφείλει να αγκαλιάσει την εκθετική ανάπτυξη που φέρνει η κβαντική εποχή, δημιουργώντας ευκαιρίες και δυνατότητες προς αναπτυξιακό -και όχι μόνο- όφελος. Η κοινοπραξία με ονομασία «CyQCI» -της οποίας ηγείται το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής-, όπως και σχετική ημερίδα της ΟΕΒ, βρίσκονται σαφώς προς την ορθή κατεύθυνση. Μολαταύτα, είναι ευδιάκριτο το στοιχείο του ελλείμματος ενημέρωσης, γνώσης και, κυρίως Εθνικής Κβαντικής Στρατηγικής, με στόχο την άμεση σύσταση για την κατασκευή υποδομών για τους εργαζομένους, τους ερευνητές και το μελλοντικό κβαντικό εργατικό δυναμικό. Ανάλογο βέβαια έλλειμμα κβαντικής στρατηγικής αποτυπώνεται σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς.  

Τούτων δοθέντων, θα έλεγα πως η Κύπρος οφείλει να ξεκινήσει τον αγώνα σε αυτή την ευρωπαϊκή και διεθνή διαδρομή για «κβαντική παρουσία», η οποία στην επόμενη τουλάχιστον 5ετία, θα προξενήσει τεράστιες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Άλλωστε η διαμόρφωση των μελλοντικών εξελίξεων στους τομείς της πολιτικής και της οικονομίας, προκύπτει ως αποτέλεσμα αναλυτικών στρατηγικών σχεδιασμών και επιλογών οι οποίες σε συνάρτηση με τακτικές κινήσεις καθορίζουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα μιας ριζοσπαστικής, όσο και καινοτόμου βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής.  

Διότι μέσω της κβαντικής στρατηγικής έχουν τη δυνατότητα οι εμπλεκόμενοι φορείς να φέρουν επανάσταση σε τομείς και πεδία αιχμής υπό συνθήκες έντασης του ανταγωνισμού στη μετά-Covid εποχή, συμβάλλοντας παράλληλα σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο.

*τ. Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου. Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών & Τεχνών