Για τις σκέψεις που ακολουθούν κινητοποιήθηκα από δυο, παλαιότερα κείμενα της εφημερίδας Καθημερινή,  τα οποία έχουν μια κοινή αφετηρία, — το κείμενο της Γένεσης στην Παλαιά Διαθήκη.  Τόσο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης με το κείμενο του: «Βαβέλ και Πεντηκοστή, 9-6-2020», όσο και ο Νίκος Κωνσταντάρας με το δικό του: «Ημέρες της Βαβέλ, 7-6-2020», εμπνεύστηκαν από μια αρχαία ιστορία του βιβλίου της Γένεσης για να μιλήσουν για τον ψηφιακό κόσμο του σήμερα.

Και φυσικά η σκέψη αυτή είναι στις μέρες μας κάπως σκανδαλιστική, ότι δηλαδή ένα αρχαίο βιβλικό κείμενο μπορεί να συνομιλεί με τη σύγχρονη, ψηφιακή πραγματικότητα.  Στο ίδιο πλαίσιο με τους αρθρογράφους, θα ήθελα να συμμεριστώ μια ακόμη ανάγνωση της ιστορίας του Πύργου της Βαβέλ.

Καθώς ξεχωρίζει  ο επιβλητικός πύργος στο βιβλίο της Γένεσης, θεωρώ ότι περιορίζουμε το νόημα της ιστορίας εάν χάσουμε τον στόχο των κατασκευαστών του όπως εκφράζεται από τον αρχαίο συγγραφέα – την επιδίωξη της ατομικής σημαντικότητας.

Εξάλλου οι οικοδόμοι του πύργου περιγράφουν το κίνητρο που τους οδήγησε στην υλοποίηση του κατασκευαστικού εγχειρήματος: «και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα» (κεφ 11, χωρ. 4). Δηλαδή στο οικοδόμημα, οι κατασκευαστές είδαν μια ιστορική ευκαιρία, — να χτίσουν την αναγνώριση τους, να χαράξουν το όνομα τους στην ιστορία, να είναι ορατοί και αναγνωρίσιμοι στον κόσμο των ανθρώπων, να κατoχυρώσουν τη συμβολική τους σημαντικότητα μέσα στο χώρο και τον χρόνο.

Αυτό το κίνητρο για την εξασφάλιση της σημαντικότητας ενέχει στοιχεία υπαρξιακά.  Φαίνεται να συνδέεται με τη νοηματοδότηση της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας.  Εξάλλου μια ύπαρξη χωρίς την εξασφάλιση κάποιας σημαντικότητας, τι νόημα έχει;  Από που αντλεί δυνάμεις για να συνεχίσει να υπάρχει; Πως υπερασπίζεται τις όποιες επιλογές της;

Εκείνοι οι οικοδόμοι της αρχαίας Βαβέλ, δεν ήταν απλοί κατασκευαστές. Ήταν φιλόσοφοι χτίστες.  Αναγνώρισαν ότι πιο σημαντικό από τον μεγάλο πύργο ήταν το όνομα τους.  Ο πύργος δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά το μέσο για τη δημιουργία και την επικοινωνία εκείνης της συμβολικής σημαντικότητας.

Η ιστορία, όπως είναι γνωστό, δεν τελειώνει καλά.  Σε αντίθεση με τους σύγχρονους ουρανοξύστες που επικοινωνούν τη σημαντικότητα των σύγχρονων πόλεων και των δημιουργών τους, εκείνος ο ημιτελής πύργος έμεινε γνωστός για το μπέρδεμα που προκάλεσε. Στο τέλος, η ιστορία της Βαβέλ κληροδοτεί στους ανθρώπους νέες περιπλοκότητες, στις προσπάθειες τους για την εδραίωση των σημαντικοτήτων τους.

Αυτό που φαίνεται να μας λέει το κείμενο της Γένεσης είναι ότι οι άνθρωποι έχασαν την δυνατότητα τους για την παραγωγή  συνεκτικής και συμπαγούς αντίληψης και κατανόησης του κόσμου.  Η αντίληψη τους για τον κόσμο μετατράπηκε σε αυθαίρετες και υποκειμενικές αναγνώσεις.  Καθώς η αίσθηση σημαντικότητας συχνά εξαρτάται από τις συμβολικές δημιουργίες των ανθρώπων, κατέρρευσε και αυτή, σε αποσπασματικές και εφήμερες εκδοχές ανθρώπινων συμβολικών κατασκευών.

Το κείμενο υπαινίσσεται ότι, μαζί με το γλωσσικό χάος, μια κρίση ταυτότητας απλώθηκε στον παλιό εκείνο κόσμο, η οποία στη συνέχεια οδήγησε στο διασκορπισμό των ανθρώπων της Βαβέλ.  Καθώς ο συμβολικός κατακερματισμός επεκτάθηκε, ακυρώθηκε η δυνατότητα παραγωγής σημαντικότητας.  Το όνομα που προσπάθησαν να εδραιώσουν διαιρέθηκε σε αναρίθμητα, περιορισμένης σημασίας και νοήματος, συμβολικά κατασκευάσματα.

Ο ημιτελής πύργος ίσως μας δείχνει, ότι στο τέλος εκείνης της προσπάθειας, βρέθηκαν μπερδεμένοι σε σχέση με την ίδια την πραγματικότητα.  Τι ήταν πλέον πραγματικό; Ποια κυρίαρχα νοήματα θα μπορούσαν οι άνθρωποι να παράγουν μέσα σε εκείνες τις συνθήκες; Ποια από αυτά θα μπορούσαν να τα εμπιστευτούν ως αληθινά και σημαντικά; 

Η αφήγηση της Γένεσης στο 11ο κεφάλαιο φαίνεται να διαγράφεται ως μια προϊστορική εκδοχή του δικού μας μεταμοντερνισμού, χωρίς βέβαια η πολυσημία και η πολυγλωσσία να αντιμετωπίζονται ως εκφάνσεις ενός φυσιολογικού κόσμου.  Τα τελευταία παρουσιάζονται από τον συγγραφέα της Γένεσης ως συμπτώματα ενός κόσμου μπερδεμένου, και ως εκ τούτου, αλλοτριωμένου και διασκορπισμένου. 

Και ερχόμαστε στον ψηφιακό κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα.  Το ζητούμενο αυτών των σκέψεων δεν είναι οι εντυπωσιακοί σύγχρονοι πύργοι των μεγαλουπόλεων του πλανήτη, παρότι το ύψος τους και η όψη τους ενδέχεται να αποτελούν προεκτάσεις της ιστορίας της Γένεσης.  Άλλωστε και οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις χρησιμοποιούν τους ουρανοξύστες ως ενδείξεις σημαντικότητας.

Καλούμαστε όμως να αναλογιστούμε τις δυνατότητες του σύγχρονου ανθρώπου να προωθήσει την προσωπική συμβολική του σημαντικότητα.  Πρόσφατα σε μια φοιτητική εργασία σε ένα Αμερικανικό κολλέγιο, ένας φοιτητής παρουσίασε τα αποτελέσματα από μικρή ομάδα φοιτητών.  Οι φοιτητές και κυρίως οι φοιτήτριες παραδέχθηκαν ότι αυτοφωτογραφίζονται τουλάχιστον 10 φορές πριν αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν την πιο κατάλληλη πόζα στο Instagram. Επίσης σημείωσαν ότι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα διαθέσιμα φίλτρα πριν «ανεβάσουν» τις φωτογραφίες τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να προβάλουν το άτομο τους.

Στον 21ο αιώνα, ο άνθρωπος έχει μια δυνατότητα αυτοπροβολής που σε παλιότερους καιρούς δεν ήταν καθόλου εφικτή.  Πριν λίγες δεκαετίες, οι σκέψεις ενός ανθρώπου θα έπρεπε να φιλτραριστούν μέσα από οργανωμένα δίκτυα συντακτών.  Δεν ήταν όλες οι απόψεις, όλα τα κείμενα, όλες οι οπτικοακουστικές δημιουργίες το ίδιο αξιόλογες ώστε να αξίζει να «δημοσιευτούν». Οι διάφοροι συντάκτες και οι διαχειριστές των μέσων πετούσαν τις περισσότερες τέτοιες «δημιουργίες» στα σκουπίδια.  Ελάχιστες επιβίωναν ως σχετικά σημαντικές και έβρισκαν διεξόδους προς διάφορες κατηγορίες κοινού. 

Προωθώντας την κοινωνική δικτύωση, ο εικοστός πρώτος αιώνας φαίνεται να «έλυσε» αυτά τα θέματα για τον μέσο άνθρωπο.  Απαλλαχθήκαμε και από την «τυραννία» των συντακτών.  Φαινομενικά επικράτησε ένας ψηφιακός εκδημοκρατισμός.  Τώρα όλες οι μορφές έκφρασης – από τις ενδιαφέρουσες έως τις παρανοϊκές – όλες βρίσκουν διέξοδο προς κάποιο επίπεδο δημοσιότητας.  Κανείς δεν βάζει εμπόδια στην «δημιουργία.»  Η καθημερινή «δημοσίευση» αναγνωρίζεται ως ντε φακτο αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη – έστω από κάποιους «φίλους».

Φαίνεται ότι μια νέα παγκόσμια ψηφιακή πόλη χτίζει τους πύργους της.  Οι άνθρωποι προσπαθούν να χτίσουν με τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία το όνομα τους.  Από την νοικοκυρά, τον φοιτητή, τον εργαζόμενο μέχρι τον επιχειρηματία και τον πολιτικό, όλοι προσπαθούμε να διεκδικήσουμε την προσοχή των ανθρώπων.  Όλοι προσπαθούμε να πούμε κάτι «σημαντικό».  Όλοι προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε ότι υπάρχουμε.

Και μετά, φαίνεται να επαναλαμβάνεται η ιστορία της Γένεσης.  Ο μεγάλος ψηφιακός πύργος των επιμέρους σημαντικοτήτων στέκεται ημιτελής.  Πολλά από τα νοήματα που αναπαράγονται είναι ημιδομημένα, ασυνάρτητα, ασύντακτα, ανορθόγραφα ενώ η ματαιοδοξία του μέσου ανθρώπου χάνεται σε έναν ωκεανό ατομικών προβολών.

Στο τέλος της ιστορίας της Γένεσης, οι άνθρωποι ανακυκλώνουν τις «αλήθειες» τους, ενώ γνωρίζουν βαθιά μέσα τους, ότι αυτά που έχτισαν δεν έχουν αναγνωρίσιμη αξία, αλλά και το νόημα τους είναι διαπραγματεύσιμο στο διηνεκές.  Η Γένεση διατυπώνει τη δική της άποψη σε σχέση με το ποιος ορίζει τι είναι σημαντικό.  Μήπως τελικά το πανάρχαιο κείμενο είναι πιο επίκαιρο από ότι θέλουμε να παραδεχθούμε;

Αναπληρωτής Καθηγητής
Πρόγραμμα Δημοσιογραφίας
Πανεπιστήμιο Κύπρου