Δεν υπάρχει κανένσς, πιστεύω, που να μην αντιλαμβάνεται ότι σήμερα, στον 21ο αιώνα, ο τρόπος ζωής, σκέψης και συμπεριφοράς διαφέρουν κατά πολύ από ό,τι πριν μερικούς αιώνες. Πέραν τούτου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι εκεί που δεν υπάρχει η απαιτούμενη αναπροσαρμογή και εκσυγχρονισμός, παρατηρούνται έντονα τα φαινόμενα αμφισβήτησης και απαξίωσης θεσμών και αξιών, αφού θεωρούνται ότι βρίσκονται εκτός της σύγχρονης πραγματικότητας. Δυστυχώς το φαινόμενο αυτό της αμφισβήτησης και της απαξίωσης, κυρίως μεταξύ των νέων που αποτελούν και το μέλλον, αγγίζει και την Εκκλησία.

Οι επερχόμενες εκλογές για ανάδειξη του νέου Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Κύπρου, θεωρώ ότι αποτελούν μοναδική ευκαιρία για τροχιοδρόμηση του απαιτούμενου εκσυγχρονισμού και προσαρμογής της Εκκλησίας στη σύγχρονη πραγματικότητα. Και τούτο θα επιτευχθεί με την ανάδειξη ενός Αρχιεπισκόπου και ηγέτη της Εκκλησίας της Κύπρου, που θα φέρει μια νέα μορφή ποιμαντικής και διαδραστικής επικοινωνίας της ηγεσίας της Εκκλησίας με τον κόσμο, με επίκεντρο τις προσωπικές και πνευματικές ανάγκες του σημερινού ανθρώπου στο σύγχρονο κοινωνικό και τεχνολογικό περιβάλλον.

Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τον βίον και την πολιτεία, τη βαθειά θεολογική και επιστημονική του μόρφωση, καθώς και το πολυσχιδές ποιμαντικό, πνευματικό και φιλανθρωπικό του έργο, θεωρώ ότι ο Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐας Κυκκώτης είναι ο πλέον προσοντούχος και κατάλληλος, ως νέος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Κύπρου, να ηγηθεί και να οδηγήσει την Εκκλησία στον δρόμο του εκσυγχρονισμού και της προσαρμογής στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ήδη αναγνωρίζεται από όλους η εξωστρέφεια και το ενδιαφέρον του για τους πολίτες όλων των ηλικιών, με τις πολύπλευρες, πολυθεματικές και ποικίλες δράσεις του για επανάκτηση της εμπιστοσύνης και ενεργού συμμετοχής των ανθρώπων στην Εκκλησία.

Εχέγγυο της επίτευξης του εκσυγχρονισμού της Εκκλησίας της Κύπρου, είναι το καθημερινό παράδειγμα και στάση ζωής του Μητροπολίτη Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐα Κυκκώτη, που διαπνέεται από την πεποίθηση και θέση του ότι η ηγεσία της Εκκλησίας δεν πρέπει να διδάσκει και να βλέπει «αφ’ υψηλού» τον κόσμο, σαν να είναι μια ξεχωριστή πνευματική ελίτ, πού γνωρίζει τα πάντα καλύτερα από τον λαό και ποιό είναι το καλό του.

Ταυτόχρονα, έχοντας κατά νουν το ιστορικό εθναρχικό ρόλο του Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Κύπρου, πολύ σημαντικές είναι και οι θέσεις του για το Κυπριακό Πρόβλημα, που συνοψίζονται στα εξής: Πρόβλημα εισβολής και κατοχής, επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια και στις πατρογονικές τους εστίες, λύση στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ που να διασφαλίζει την επιβίωσή μας στο νησί μας, η Κύπρος ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεκδικεί την πλήρη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρο το νησί, και η Εκκλησία στέκεται δίπλα στη πολιτική ηγεσία και την στηρίζει στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Ο Πανιερώτατος έδειξε πολλάκις και ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να βοηθήσει ψυχοσωματικά τον λαό, εφόσον, όμως, πρώτα είναι η ίδια συνεπής με τις θεολογικές και πανανθρώπινες αξίες του Ευαγγελίου, για να καταστεί ωφέλιμη και να κοινωνήσει στον σύγχρονο άνθρωπο την αγιαστική Χάρη του Θεού. Ως εκτούτου, η ηγεσία της Εκκλησίας θα πρέπει πρακτικά, να συστρατευθεί με την κοινωνία και να συνεργαστεί μαζί της, για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και των προβλημάτων στη βάση τους, κάτι που αποδεδειγμένα ο Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐας Κυκκώτης μπορεί να επιτελέσει ως ο νέος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου.

* Πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην Πρύτανης.