
Σε περιόδους όπου τα εθνικά θέματα διακρίνονται από στασιμότητα, η οικονομία είναι εκείνη που τελικά κρίνει τις εκλογές. Και όσοι καρπώνονται την επιτυχημένη πορεία της, ευελπιστούν πως θα καρπωθούν και τα αντίστοιχα εκλογικά οφέλη.
Οι Αβέρωφ Νεοφύτου και Νίκος Χριστοδουλίδης φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί. Γι’ αυτό και στην οικονομία, η προεκλογική στρατηγική τους συνοψίζεται στο «όπως πριν, έτσι και μετά». Αφομοιώνοντας, δηλαδή, πλήρως το οικονομικό αφήγημα της παρούσας κυβέρνησης, προτάσσουν την συνέχιση της ίδιας πολιτικής κατεύθυνσης και μετεκλογικά, προσθέτοντας μονάχα μερικές μικρές πινελιές «ανανέωσης».
Η πανδημία και ο πόλεμος αποτέλεσαν πηγές αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία, κατ’ επέκταση και την κυπριακή. Η κυβέρνηση ενεργοποίησε χρηματοδοτικά εργαλεία, όμοια με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, επιχειρώντας να περιορίσει το κόστος στους εργαζομένους και στις επιχειρήσεις. Σε έναν μεγάλο βαθμό το πέτυχε. Οι μικρομεσαίοι χτυπήθηκαν αλλά άντεξαν, οι εργαζόμενοι δοκιμάστηκαν αλλά δεν βρέθηκαν άνεργοι.
Η ενεργειακή κρίση, παροντική πηγή αστάθειας, προμηνύεται ακόμα ένα δύσκολο στοίχημα. Γι’ αυτό και τα κατάλληλα εργαλεία στήριξης οφείλουν να ενεργοποιηθούν ξανά, ούτως ώστε όλη η κοινωνία να ανταπεξέλθει αξιοπρεπώς τον ερχόμενο χειμώνα. Όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η κυβέρνηση διαθέτει τα μέσα ούτως ώστε να περιορίσει τις ζημιές σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η τελευταία διετία των απανωτών κρίσεων δεν ανέτρεψε την μεγάλη εικόνα της τελευταίας δεκαετίας. Η οικονομία σήμερα δεν έχει σχέση με εκείνη το 2013. Το επιβεβαιώνουν και οι πολίτες, καθώς έκριναν τα πεπραγμένα θετικά, στις προεδρικές του 2018 και στις βουλευτικές του 2021. Τότε, η κοινωνία δεν στήριξε την κυβέρνηση και τον ΔΗΣΥ λόγω των -ανύπαρκτων- επιδόσεων στο Κυπριακό και στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Πριμοδότησε όμως τη συνέχιση της διακυβέρνησης και αντάμειψε το κυβερνών κόμμα, καθώς αισθάνθηκε πως δεν της προσφερόταν εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, ικανό να εγγυηθεί τη θετική πορεία της οικονομίας.
Και εδώ εντοπίζεται η αχίλλειος πτέρνα στο αφήγημα του ΑΚΕΛ και του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως στο ερώτημα για το ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία, ο υποψήφιος πλασάρεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις τρίτος και μάλιστα με σημαντική διαφορά από τον δεύτερο.
Το κόμμα της Αριστεράς δεν έχει καταφέρει να διαχειριστεί, τόσο ψυχολογικά, όσο και επικοινωνιακά, την πενταετία Χριστόφια. Οι διαρκείς υπενθυμίσεις για την οικονομία που παρέλαβε ο ΔΗΣΥ το 2013, είτε αποκρούονται αμήχανα και ανεπιτυχώς από τα μέλη του ΑΚΕΛ και τον Ανδρέα Μαυρογιάννη, είτε μένουν αναπάντητες. Είναι εξάλλου έκδηλη η αμηχανία του τέως διαπραγματευτή κάθε φορά που ερωτάται γι’ αυτό.
Ο τελευταίος πιθανόν να αναρωτιέται γιατί εκείνος, ως τεχνοκράτης και διπλωμάτης, καλείται να «απολογηθεί» για τις επιλογές της τότε κυβέρνησης. Η απορία του είναι εύλογη. Ήταν ωστόσο βέβαιο πως η οικονομία θα αποτελούσε ένα ευαίσθητο προεκλογικό θέμα, που οι αντίπαλοί του θα αξιοποιούσαν προκειμένου να πλήξουν την αποδοτικότητα και στιβαρότητα της δικής του οικονομικής πρότασης. Αν δεν το γνώριζε ο ίδιος, όφειλε τουλάχιστον να το προβλέψει ο περίγυρός του. Τακτική απόκρουσης των αιτιάσεων των αντιπάλων, έπρεπε να είχε ήδη βρεθεί και εφαρμοστεί. Μέχρι στιγμής αγνοείται.
Η ρεαλιστική και ψύχραιμη ανάγνωση της σημερινής, οικονομικής πραγματικότητας αποτελεί ακόμη ένα βήμα που το κόμμα δυσκολεύεται να κάνει. Συχνά προωθεί μια εικόνα απόλυτης καταστροφής και απόγνωσης στην οικονομία. Μόνο που η άποψη του κόμματος δεν πετυχαίνει να «μιλήσει» στη ψυχή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η οποία, βεβαίως ναι, πιέζεται και μάλιστα αρκετά, αλλά την «απόγνωση» και την «απόλυτη καταστροφή» περισσότερο την συνδέει με άλλες, σχετικά πρόσφατες περιόδους.
Στο ίδιο μήκος κύματος, o κ. Μαυρογιάννης και οι εκπρόσωποί του επιμένουν στην «αλλαγή» του οικονομικού μοντέλου της χώρας, αντί να εστιάσουν σ’ αυτό που αποζητά ο μέσος πολίτης, δηλαδή τη συνέχιση της σημερινής, αναπτυξιακής πορείας, αλλά με περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες και έννοιες Δικαίου. Πρόνοιες ενισχυμένης Δικαιοσύνης, τόσο από άποψη θεσμικής θωράκισης και πάταξης του παράνομου πλουτισμού, όσο και από άποψη δικαιότερης συμπερίληψης στον διαμοιρασμό του παραγόμενου πλούτου, σε μια οικονομία ίσων ευκαιριών.
Όσο το κόμμα και ο υποψήφιος επιλέγουν να ιεραρχούν πρωτίστως την «αλλαγή» του οικονομικού μοντέλου -μία λέξη τόσο γενική που περισσότερο φοβίζει παρά πείθει τα μεσαία εισοδήματα- και να υιοθετούν την καταστροφολογία για να περιγράψουν την οικονομία σήμερα, η ταύτισή τους με τη μεσαία τάξη θα εκκρεμεί. Η Αριστερά πρέπει να υπερβεί την άκαρπη αντιπολιτευτική ρητορική και να αναγνωρίσει πως το οικονομικό μοντέλο της χώρας δεν χρειάζεται ξερίζωμα και ριζική αναδιάρθρωση. Χρειάζεται μεγαλύτερη δικαιοσύνη, συμπερίληψη και βιωσιμότητα.
Το ΑΚΕΛ, τέλος, πρέπει να ξεπεράσει το σύνδρομο Χριστόφια και να διεξάγει μια ειλικρινή συζήτηση με τον εαυτό του και την κοινωνία. Το κόμμα δεν φταίει για τη γέννηση της διεθνούς οικονομικής κρίσης το 2008, φταίει όμως για το πώς η τότε ηγεσία επέλεξε να τη διαχειριστεί. Μόνο τότε το κεφάλαιο αυτό θα μπορέσει να κλείσει οριστικά, ώστε το κόμμα να αρχίσει να επουλώνει τη σχέση του με τα υψίστης εκλογικής σημασίας ακροατήρια.
* Διεθνολόγος, Πολιτικογράφος.