Ο λαός υπήρξε πάντοτε το αντικείμενο της αγάπης των Πατέρων της Εκκλησίας. Ακριβώς για αυτό το λόγο λέγονται Πατέρες, γιατί νοιάζονταν για τον λαό του Κυρίου και μοχθούσαν για αυτό σε δυο επίπεδα τόσο στο πνευματικό, όσο και στο υλικό.

Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στο λαό της Κωνσταντινουπόλεως του οποίου ήταν ποιμενάρχης, έλεγε: «υμείς εμοί πατέρες, υμείς εμοί αδελφοί, υμείς εμά τέκνα, υμείς και του φωτός τούτο γλυκύτεροι εστέ», το εννοούσε απόλυτα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, και ο λαός τον αγαπούσε και σε κάθε ευκαιρία εκδήλωνε την αγάπη του προς το πρόσωπό του.

Στην ορθόδοξη εκκλησιά το λαϊκό στοιχείο είναι σεβαστό και έχει τη θέση του μέσα σε αυτή. Έτσι λοιπόν σε αυτήν αποκλείονται τόσο η κληρικοκρατία που υπάρχει στον καθολικισμό, όσο και η λαϊκοκρατία που υπάρχει στον προτεσταντισμό. Στην ορθοδοξία υπάρχει αμοιβαία σχέση αγάπης αλληλοπεριχώρησης ανάμεσα στον κλήρο και στον λαό. Η Κύπρος ευτύχησε να έχει ένα ιεράρχη που εμφορούμενος από το πνεύμα της ορθόδοξης πνευματικότητας, αγάπησε αυτόν τον λαό.  

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει πολύ εύστοχα: «έργο εστίν απόδειξις διαθέσεως». Τα έργα μας αποδεικνύουν τις διαθέσεις μας. Έτσι λοιπόν τα έργα του που άπτονται τόσο της πνευματικής, όσο και της υλικής διάστασης του σύγχρονου ανθρώπου, τον έχουν κατατάξει στους πλέον αγαπητούς ιεράρχες ανάμεσα στον κυπριακό λαό.

Ο σημερινός άνθρωπος με τα υπαρξιακά του προβλήματα, τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του, είδε στο πρόσωπο του γέροντα, Μητροπολίτου Αθανασίου τον ιεράρχη εκείνο που τον βοήθησε και τον βοηθεί ώστε να ζήσει μια ολοκληρωμένη χριστιανική ζωή. Τον βοήθησε να γνωρίσει βαθύτερα την ορθόδοξη πίστη του και με τα κηρύγματα και με τον ασκητικό τρόπο ζωής του, που ανάγουν στο τρόποζωής των Πατέρων της Εκκλησίας.

Είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι ο λόγος, τα κηρύγματα του, είναι απόρροια του ήθους και της αγάπης του. Το κύρος και η αξιοπιστία αυτού που διδάσκει κάνουν ώστε ο λόγος του να γίνεται αποδεκτός και έναυσμα για εντονότερη πνευματική ζωή.

Τα 24 περίπου χρόνια της ποιμαντορίας του, φέρνοντας μας με τον λόγο και την όλη βιωτή του σε επαφή με το ορθόδοξο ύφος, μας έπεισε πως η θεολογία όπως αναφέρει ένας σύγχρονος μεγάλος θεολόγος, ο αείμνηστος Δ. Γ. Κουτρουμπής, στο έργο του «η χάρις της θεολογίας», «δεν είναι μια πολυτέλεια που επιτρέπεται μόνο στους λίγους και ειδικούς, αλλά είναι ένα εφόδιο απαραίτητο για κάθε χριστιανό που θέλει να ζήσει συνειδητά τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη μας».

Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος είναι ο μη εκκοσμικευμένος ιεράρχης, ο αυθεντικός φορέας του πατερικού πνεύματος που ενώ αγαπά και σέβεται τον κάθε άνθρωπο δεν σχηματίζεται με το κοσμικό φρόνημα. Είναι ο Ιεράρχης εκείνος που έδωσε στον κόσμο να καταλάβει πως αν δεν κάνει τη Θεία Λειτουργία κέντρο της ζωής του, η κάθε προσπάθεια για να αλλάξει ο κόσμος θα είναι μάταιη όσο καλοπροαίρετη και αν είναι. Είναι ο ιεράρχης που έφερε τον λαό του Θεού σε επαφή με την Αγιά Γραφή και του Πατέρες τονίζοντας διαρκώς πως η «Γραφή και οι Πατέρες είναι ο άξονας της Ορθοδοξίας».

Επι ποιμαντορίας του, ο χριστιανισμός ξανά έγινε εκκλησιαστικός και η παράδοση αναγνωρίστηκε και πάλι ως κανόνας της εκκλησιαστικής πράξης και θεωρίας. Ο πιστός λαός του Κυρίου θέλει και αναζητεί το πλήρωμα της πίστης του. Αυτό λοιπόν το πλήρωμα της πίστης ενυπάρχει στην ορθόδοξη παράδοση, που σε τελευταία ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εν Αγίω πνεύματι βιωτή της Εκκλησιάς. Αυτή κατάφερε να μεταφέρει και να μεταλαμπαδεύσει στις ψυχές των πιστών που δεν αναπαύονται με την εκκοσμίκευση της εκκλησίας αλλά την θέλουν να είναι ακριβώς αυτό που λέει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις περίφημες κατηχήσεις του: «Εκκλησίας αύτη εστίν δια το πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγει». Δηλαδή, η Εκκλησία είναι πρόκληση, πρόσκληση σωτηρίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο γέρων Μητροπολίτης Αθανάσιος στις δημοσκοπήσεις που γίνονται έρχεται πρώτος στις προτιμήσεις των πιστών. Αυτή λοιπόν η καθολική καταξίωση του, είναι φωνή λαού και φωνή λαού, σημαίνει φωνή Κυρίου.

Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό ο πιστός λαός του Κυρίου εύχεται και προσεύχεται να ληφθεί πολύ σοβαρά η γνώμη και η προτίμηση του που στο τέλος της ημέρας δεν είναι άλλη παρά η ανάδειξη του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Εκκλησίας.

*Διευθυντής Γραφείου Ορθοδόξου Ομολογίας, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού